Ακούσατε, ακούσατε! Μπήκε το καλοκαίρι. Επίσημα και ανεπιστρεπτί. Ξεχυθείτε στις παραλίες και αρχίστε να τσαλαβουτάτε στα νερά. Τουλάχιστον εγώ αυτό έκανα.

Και θυμήθηκα τι λατρεύω τόσο πολύ σ’αυτή τη χώρα -εκτός από τον ήλιο, τη θάλασσα και το φαΐ, εννοώ. Τους ανθρώπους της.

Ξεκινάω, λοιπόν, να πάω παραλία. Στοιβάζομαι σε μια γωνιά του λεωφορείου και περιμένω καρτερικά να φτάσω στο ιν μπιτσόμπαρο που θυμίζει κάτι από αφτεράδικο στην παραλιακή.

Φτάνω που λέτε και το μοναδικό ελεύθερο σημείο είναι πάνω δεξιά γωνία, τέρμα Θεού. Τι να κάνουμε, εκεί έπρεπε να γίνει το τσεκίν, εκεί κάτσαμε. Παρήγγειλα και το φρέντο μου, και μιας και δεν είχα ξεροψηθεί αρκετά ώστε να διακτινιστώ στο νερό αλαλάζοντας, άρχισα να παρατηρώ τι παίζει γύρω μου.

Είδα ακριβώς αυτά που περίμενα και είμαι σήμερα εδώ, για να σας βοηθήσω να τα δείτε κι εσείς μαζί μου.

Μπροστά μου λοιπόν, ήταν μια παρέα wannabe σκληρών γυναικοκατακτητών. Γυμνασμένοι, με τα λίγα παραπάνω κιλά που μεταφράζονται ως «μυική δύναμη», τατού που καταλαμβάνουν μία πλάτη, ένα στήθος, τρία χέρια, κάτι τέτοιο μικρό και διακριτικό πάντως, μούσι δεκαημέρου γιατί δεν είναι mainstream και μπιρόνια παγωμένα ανά χείρας. Τσουτσούριασα.

Παραδίπλα, ήταν η κοριτσοπαρέα που χαλβάδιαζαν οι σκληροπυρηνικοί, αλλά περνούσαν απαρατήρητοι. Μοντέλες, με μαγιό σε φλούο χρώματα-αυστηρά μπραζίλιαν και διαφορετικό χρώμα πάνω-κάτω-, γυαλί μάσκα τύπου Νταρθ Βέιντερ για να καλύπτει όσο περισσότερο πρόσωπο γίνεται, μαλλί κομμωτηρίου κι ένα κοσμοπόλιταν στο χέρι, γιατί τα κορίτσια στις παραλίες διαβάζουν.

Δυο σειρές μπροστά απ’ τις διανοούμενες, ήταν οι αθλητικοί τύποι που όλοι λατρεύουμε να μισούμε. Ρακέτες, μπιτς βόλει, κι ο ιδρώτας να ρέει στο φρεσκοαποτριχωμένο στήθος σχηματίζοντας αυλάκια στο six-pack πάλαι ποτέ μπιροκοίλι.

Σε στρατηγική θέση, πρώτο τραπέζι πίστα, συναντήσαμε τα παιδιά της Σαλονίκης. Με φραπέ και τάβλι, ανοιχτά πόδια, μακρόσυρτα λ και μια μόνιμη επωδό σε κάθε περαστικό: «Φιλαράκι καλά είστε εδώ, αλλά σαν τη Χαλκιδική δεν έχει ρε φιλαράκι σε λέω».

Σκανάροντας περιμετρικά με το βλέμμα, είδα την τύπισσα γύρισα-απ’τα-μπουζούκια-και-δεν-προλάβαινα-ν’αλλάξω με το λαμέ μαγιό και το δωδεκάποντο, τον greek lover με το ύφος «είναι μύθος, είναι μύθος το δασύτριχό μου στήθος» και δυο-τρεις εναλλακτικούς με σταυρόλεξα και Καμύ.

Ενδιαφέρον παρουσίαζε και ο κόσμος κάτω από τις τέντες του κλαμπ-σχωράτε με, μπιτς μπαρ εννοώ-. Μπουγελώματα με μπίρες, τεκίλες, υποβρύχια και χαμούλης αλά Super Paradise.

Ξεπερνώντας το σοκ της παραλίας, είπα να δω τι παίζει και μέσα στο νερό. Κλασικά πράγματα κι εκεί. Μερικά ζευγάρια που απειλούνταν με μήνυση για προσβολή δημοσίας αιδούς, δυο-τρεις γοργόνες και κάτι κουρασμένα παλικάρια.

Ακολούθησε η βουτιά του ήλιου πίσω απ’τα βουνά υπό τους ήχους του Μπομπ του Μάρλει και τις φωνές του αταίριαστου πλήθους να γκαρίζουν «κουτσουμπιλόοο τσουμπιλόο» σε άπταιστα Αγγλικά.

Με νιώσατε, αγαπημένοι; Είναι ευλογημένες οι παραλίες αυτής της χώρας και τυχεροί όσοι τις χαίρονται. Γεμίστε τσάντες με αντηλιακά, μαυριστικά, αντικουνουπικά, ταπεράκια με ντολμάδες, καπέλα και μπουρνουζοπετσέτες.

Και να θυμάστε: Αν σας δω, θα σας σχολιάσω.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.