Αναγνώστες μου αγαπημένοι. Το σημερινό μου άρθρο θα είναι συναισθηματικά φορτισμένο, γιατί το θέμα που καταπιάνομαι με πονάει προσωπικά και με βασανίζει τέσσερα χρόνια τώρα.

Είμαι κι εγώ φοιτήτρια στην Ελλάδα και είχα την τύχη να βρεθώ 700 χιλιόμετρα μακριά από το πατρογονικό μου σπιτάκι, την αγκαλιά της μάνας και τα ταπεράκια με το φαγητό της. Σε περίπτωση που αναρωτηθήκατε, ναι, από τη Θράκη βρέθηκα στην Κρήτη. Και χαίρομαι κάθε μέρα γι’αυτό.

Το μοναδικό μου πρόβλημα είναι το εξής: Η οδύσσεια των μετακινήσεων. Φοιτητές των πέντε ηπείρων και των επτά θαλασσών, ξέρω ότι με καταλαβαίνετε. Ένιωσα τις τρίχες που ορθώθηκαν στο σβέρκο σας από την ανατριχίλα των αναμνήσεων.

Τουλάχιστον τρεις φορές το χρόνο, τα ξενιτεμένα πουλιά του φοιτητικού πληθυσμού αυτής της χώρας, επιστρέφουν στην οικογενειακή εστία. Μ’ αεροπλάνα και βαπόρια και με τους φίλους τους παλιούς και τους καινούριους που κάνουνε στο δρόμο, γυρίζουν πίσω. Να θυμηθούν πώς μοιάζουν οι φάτσες των γονιών τους, να ξανανιώσει ο ουρανίσκος τους αίσθηση διαφορετική από της πίτσας, του γύρου και της μακαρονάδας, να γίνουν για λίγο πάλι παιδάκια βρε αδερφέ.

Κι εδώ αρχίζουν τα θέματα. Πριν τη μεγάλη επάνοδο, υπάρχουν κάποια πραγματάκια που πρέπει να διευθετηθούν. Πρώτο στη λίστα: το σπίτι που αφήνουν πίσω. Η φοιτητοφωλίτσα που τους τελευταίους μήνες είχε πάρει τη μορφή κοινοβίου. Πρέπει να συμμαζευτεί, να αδειάσει, να πλυθεί και κανένα από τα πιάτα που έχουν χορταριάσει στο νεροχύτη. Μαμά, όχι, εμένα το σπίτι μου ποτέ δεν ήταν έτσι. Για τους άλλους λέω, άσε κάτω το πιεσόμετρο.

Πρόβλημα δεύτερο: το μεταφορικό μέσο και τα εισιτήρια. Σίγουρα, όλοι θέλουμε να μπούμε στο αεροπλάνο και σε μία ώρα να έρθει να μας παραλάβει απ’το αεροδρόμιο ο μπαμπάς οδηγός με τη μαμά αχθοφόρο και ο σκύλος να έχει κρεμασμένη πινακίδα με το όνομά μας για την υποδοχή. Τι γίνεται όμως όταν τα τελευταία μας ευρώ έχουν ξοδευτεί, στην καλύτερη για ένα ακόμα τατουάζ, στη χειρότερη για ένα καφάσι μπίρες; Πέφτουμε στα γόνατα και κάνουμε τάμα να γλιτώσουμε το οτοστόπ. Και μετά, επιβιβαζόμαστε σε ένα πλοίο, για να αλλάξουμε σε τρένο και να ολοκληρώσουμε τη διαδρομή με τα τελευταία εκατό χιλιόμετρα στο λεωφορείο. Αποτέλεσμα; Κάπου μεταξύ 26 και 48 ώρες αϋπνίας και κίνδυνος να μην επανέλθει ποτέ το σώμα στη φυσιολογική του μορφή.

Τώρα, φανταστείτε το παραπάνω σε συνδυασμό με το κουβάλημα των προικιών. Γιατί, υπάρχει και αυτή η παρενέργεια: το φτιάξιμο της βαλίτσας. Εδώ είναι η αποκάλυψη. Το φανταστικό κλίμα αυτής της χώρας, αποτελεί τον ιδανικό σύμμαχο στις ενδυματολογικές μας αποφάσεις. Έτσι, καταλήγουμε να έχουμε στη βαλίτσα κουβάρια από μπερδεμένα φούτερ με κοντομάνικα, κασκόλ με καπέλα και δυο-τρία άπλυτα που μόνο από το χέρι της μάνας καθαρίζουν.

Κι έτσι, φορτωμένοι κι αβοήθητοι, βγαίνουμε στον πηγαιμό για την Ιθάκη κι ευχόμαστε να μην είναι μακρύς ο δρόμος. Οι τυχεροί που δεν έφυγαν ποτέ απ’τις πόλεις τους, μας κουνάνε μαντήλια συγκινημένοι κι εμείς παίρνουμε το δρόμο μας.

Μάνα, αν διαβάζεις, έρχομαι. Σφουγγάρισε τους τοίχους και στρώσε τους καναπέδες. Γέμισε το ψυγείο και άδειασε το πλυντήριο. Κι αν αργήσω, φάτε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.