Στα 22 χρόνια της ζωής μου έχω βρεθεί αντιμέτωπη με ουκ ολίγους μαλάκες και μαλάκισσες- δε θέλω σχόλια, όλοι κρύβουμε έναν Μπαμπινιώτη μέσα μας.

Ο καθένας, λοιπόν, απ’ αυτούς έχει τις απόψεις του και το δικαίωμα να τις εκφράζει όπως αυτός επιθυμεί. Στο ίντερνετ που είναι και η πιο ασφαλής επιλογή, σε διαδηλώσεις -που κινδυνεύει να φάει λίγο ξύλο, λίγα δακρυγόνα, αλλά δε βαριέσαι κι αυτά καλά είναι ή ακριβώς μέσα στο όμορφο μουτράκι μου, σου, του απέναντι, δεν έχει σημασία.

Σε πολλές από αυτές τις «συζητήσεις», λοιπόν, έχω καταλήξει να μένω άλαλη, φαλακρή, απορημένη, με καινούριους φίλους, χωρίς φίλους, εντυπωσιασμένη και μπορώ να συνεχίσω με μετοχές, επίθετα ακόμα και ουσιαστικά για να περιγράψω το πώς έχω νιώσει. Αλλά όσο και να προσπαθήσω δεν πρόκειται να βρω λέξεις να περιγράψω τι νιώθω όταν βρίσκομαι αντιμέτωπη με τον «Ελληνάρα».

Ο Ελληνάρας, λοιπόν και η Ελληνάρισσα στη δική μου διάλεκτο, είναι αυτός που όχι απλά είναι περήφανος για την καταγωγή του αλλά την οσιοποιεί, αγιοποιεί, θεοποιεί. Γιατί είναι αυτός που κατάγεται από τον δικό του φωτεινό πλανήτη, την Ελλάδα των προγόνων του. Ο κύριος Ε. -χάριν συντομογραφίας και για να μην επαναλαμβάνομαι- όχι μόνο θαυμάζει τα επιτεύγματα του παρελθόντος αλλά τα κάνει κομμάτι της βιογραφίας του. Γιατί είναι οι δικοί του πρόγονοι που έβγαλαν όλους τους λαούς από τις σπηλιές, είναι οι δικοί του πρόγονοι που ασχολήθηκαν με όλες τις τέχνες πρώτοι, είναι οι δικοί του πρόγονοι που μας κληροδότησαν τόσα σπουδαία πράγματα. Και τα απαριθμεί, σχεδόν μη γνωρίζοντας για ποιο πράγμα ακριβώς μιλάει.

Αναλύει επιστήμες, τέχνες, γράμματα, αρχιτεκτονική, φιλοσοφικά ρεύματα, ακόμη και διατροφικές συνήθειες. Πότε με λεπτομέρειες, αλλά πάντα με βαριές κι ασήκωτες εκφράσεις και το κατάλληλο ύφος, ολοκληρώνοντας δε πολύ συχνά το «λουκ» με ένα εξίσου βαρύ πούρο Αβάνας φυσικά.

Και αφού ολοκληρωθούν οι πρώτες γενικολογίες, ο κύριος Ε. περνά, περιχαρής και εμφανώς περήφανος για τις γνώσεις του, σε γεγονότα. Ξεκινάει από τις «μεγάλες μάχες». Από τον Μεγαλέξαντρο, στην επανάσταση του '21 και φυσικά στο έπος του '40. Το Πολυτεχνείο, όχι, ποτέ δεν το πιάνει στο στόμα του.
Φυσικά το μόνο διαφορετικό είναι οι χρονολογίες γιατί κατά τ' άλλα λέει «εμείς που τους ανοίξαμε τα μάτια», «εμείς που τους δώσαμε τα φώτα μας», «εμείς που τους αντισταθήκαμε», «εμείς οι γενναίοι», «εμείς, εμείς, εμείς..»

Στη συνέχεια, σειρά έχουν οι τέχνες και οι επιστήμες. Εδώ ο κύριος Ε. δεν γνωρίζει τόσα πολλά, καμία σχέση με την προηγούμενη κατηγορία. Ξεκινάει από αλφάβητο, μαθηματικά και φιλοσοφία. Πετάει στο ενδιάμεσο και κάτι ονόματα που άκουσε κάπου μεταξύ 15 και 17 ετών. Μήπως μπορεί κανείς να μαντέψει ποια; Πλάτωνας, Αριστοτέλης, Πυθαγόρας, Αρχιμήδης. Αυτά τα βασικά.

Στην κορύφωση, πια, της συζήτησης, για να μας δείξει και την καλλιτεχνική του ευαισθησία, μιλάει ανοιχτά για το θέατρο. Ναι, ναι σωστά μαντέψατε. Ο κύριος Ε. ξέρει τον Ευριπίδη, τον Σοφοκλή ακόμα και τον Αριστοφάνη. Τώρα το ποιος ήταν ο καθένας και τι έκανε δεν το προσδιορίζει ο κύριος Ε. Επαναλαμβάνει, όμως, συχνά-πυκνά ότι «όλα τα φώτα εμείς τα δώσαμε».

Η συζήτηση, ή ο μονόλογος καλύτερα, έφτασε πια στο τέλος και ο κύριος Ε. είναι πλήρως ικανοποιημένος από την παράσταση που μόλις έδωσε. Έδωσε κι αυτός τα φώτα του -απόγονος αρχαίων Ελλήνων ντε- εντυπωσίασε με τις γνώσεις του, παρέθεσε λογικότατα επιχειρήματα και κατάφερε να προσηλυτίσει νεαρούς Ε.

Όσο για μένα; Eγώ σ' αυτό το σημείο είμαι παρατηρητής. Βλέπω τον κύριο Ε. και το φιλοθεάμον κοινό του να ξεκινάνε την πορεία τους από το «εκείνοι», να περνάνε στο «εμείς» και να καταλήγουν στο «εγώ». Γιατί τελικά ο κύριος Ε. έχει δίκιο.

Όλα εμείς τα κάναμε. Όλα τα φώτα εμείς τα δώσαμε, μα μείναμε τυφλοί.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.