Το καλοκαίρι μπορεί να τελειώνει, αλλά μια νέα σεζόν αρχίζει. Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, γλυκά φρεσκοενηλικιωμένα νιάτα, περιμένουν με αγωνία τους καρπούς των κόπων τους. Και τους μαζεύουν, την ημέρα της ανακοίνωσης των βάσεων.

Φανταστείτε τους. Ημιμεθυσμένοι από το βραδινό ξενύχτι, να κοιτάζουν την οθόνη του υπολογιστή και να προσπαθούν να θυμηθούν τον κωδικό σύνδεσης που θα τους ενημερώσει σε ποια πόλη θα ζήσουν τα τέσσερα- εντάξει παραπάνω θα είναι- πιο γαμάτα χρόνια της ζωής τους.

Η στιγμή που όλοι περιμένουν από την ώρα που παραδίδουν την τελευταία λευκή κόλλα των ενδοσχολικών, έχει φτάσει. Μπορεί ένα ολόκληρο καλοκαίρι να τους απασχολούσε η ξεφλουδισμένη μύτη και η ζεστή μπίρα στην παραλία, αλλά η αγωνία έρχεται και αναδρομικά, προς ενημέρωσή σας.

Ξέρω, όλοι πριν κοιτάξετε το αποτέλεσμα, κάνετε πέντε πλήρεις περιστροφές γύρω από τον εαυτό σας, ανάβετε κεριά μπροστά στον καθρέφτη του μπάνιου και λέτε «Θεσσαλονίκη» συλλαβιστά, μπας και εισακουστούν οι προσευχές σας να ζήσετε κοντά στην ευωδιά του Θερμαΐκού.

Κάποιοι το πετυχαίνουν, κάποιοι άλλοι όχι. Το θέμα είναι, ότι πολύ σύντομα, βαλίτσες γεμίζουν ρούχα, κατσαρόλες, πιατικά και κάτι τραπεζομάντιλα που κεντούσε η γιαγιά μου για τη μέρα που θα πρωτομείνω μόνη. Όλα αυτά, θα ξεφορτωθούν στο πρώτο σπίτι που θα φιλοξενήσει το «υπεύθυνο» πλέον, ενήλικο τομάρι μας.

Κάπου εκεί, το απλό νιάτο, συνειδητοποιεί πόσα πράγματα χρειάζεται για να στηθεί ένα σπίτι, αλλά και πόσο εξωφρενικά γρήγορα μπορεί να συμβεί αυτό. Και, ναι, το αμέσως επόμενο βήμα, είναι να πας να γραφτείς στη σχολή.

Ετοιμαστείτε να συμπονέσετε όλους εμάς, που περάσαμε αυτή τη βασανιστική στιγμή, που χαράχτηκε για πάντα στη μνήμη μας και ακόμα και σήμερα μας κάνει να ξυπνάμε ιδρωμένοι τα βράδια.

Ξεκινάει που λέτε το πρωτοετό, όλο τουπέ και ύφος, να πάει στο πανεπιστήμιο, γιατί τώρα είναι μεγάλο παιδί και έχει πάρει τη ζωή στα χέρια του. Ξέρει ότι στον ενήλικο κόσμο, όλοι είναι ίσοι και δεν έχει καμία σημασία που θα είναι εντελώς έξω απ’τα νερά του και μέσα σε κόσμο μερικά χρόνια μεγαλύτερό του. Τι 18, τι 20, τι 25, σου λέει. Κάτι τέτοια παραμύθια μας πουλούσε και ο Κωνσταντάρας κάποτε.

Μπαίνει στη σχολή με το GPS ανά χείρας, γιατί πρέπει να βρει και τη γραμματεία χωρίς να ρίξει τα μούτρα του να ρωτήσει κάποιον και ξεκινάει το ψάξιμο. Όταν εντοπίσει αλαλάζον τσούρμο, σκαρφαλωμένο σε έδρανα, με τσιγάρα και καφέ, έχει φτάσει στον προορισμό του και έχει ήδη την πρώτη του επαφή με τις παρατάξεις.

Κάνει τους πρώτους του «φίλους», λύνει τις απορίες του, καταλαβαίνει ότι είναι απλά ένας ψάρακας και καμία ουσιαστική διαφορά με το λύκειο δεν του προέκυψε ακόμα, αλλά και μόνο που μπορεί να κανονίσει τις υποθέσεις του χωρίς κηδεμόνα, το ικανοποιεί πλήρως και κάνει την πολυπόθητη εγγραφή, καμαρώνοντας ωσάν το γύφτικο σκεπάρνι.

Πίνει και την καφεδάρα του κατά την έξοδο -ναι, κερασμένη- και γυρνάει χαρούμενο στο φρεσκοδιακοσμημένο-και-ακόμα-καθαρό-από-τη-μαμά σπιτάκι του.

Τις επόμενες μέρες, βγαίνει, πίνει, ξενυχτάει, δεν πληρώνει και τίποτα γιατί λίγους μήνες αργότερα θα βιώσει και τις πρώτες του φοιτητικές εκλογές και η ζωή είναι ωραία, ο ήλιος λάμπει, τα πουλάκια κελαηδάνε και κανένας πρωτοετής δεν έχει ιδέα τι σπουδάζει τελικά, μέχρι να φτάσει η εξεταστική.

Άντε νεούδια, καλή επιτυχία!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.