Με μια βόλτα στο κέντρο της πόλης και κυρίως στους κεντρικότερους δρόμους της, αυτό που μπορεί να παρατηρήσει κανείς είναι οι δεκάδες άστεγοι που άλλοτε πιάνουν μια γωνιά για να ξαπλώσουν, κι άλλοτε στρώνουν μια κουβέρτα ή χαρτόκουτα στη μέση του πεζοδρομίου και, με ένα πλαστικό ποτήρι στο χέρι, ζητιανεύουν.

Κι είναι κι εκείνοι που συναντάς μέσα στο μετρό. Συνήθως κάνουν αισθητή την παρουσία τους αφότου κλείσουν οι πόρτες του μετρό και ξεκινήσει για τον επόμενο σταθμό. Είναι αυτοί που, από το πουθενά, αρχίζουν και ζητούν βοήθεια για κάποια αρρώστια που έχουν είτε οι ίδιοι, είτε κάποιο συγγενικό τους πρόσωπο, αλλά δεν μπορούν να βοηθήσουν άμεσα διότι είναι άνεργοι και άστεγοι.

Το ενδιαφέρον σε όλη αυτή την κατάσταση είναι ότι οι περισσότεροι από αυτούς (με λίγες εξαιρέσεις) έχουν ένα συγκεκριμένο ρυθμό με τον οποίο κάνουν επίκληση βοήθειας. Και, μάλιστα, πρόκειται για έναν κοινό ρυθμό. Σε όλους τους. Είναι κουρδισμένοι, διατηρώντας το ίδιο τέμπο, μολονότι τους συναντάμε σε διαφορετικά βαγόνια, διαφορετικές ώρες και μέρες. Ζητούν λίγη ανθρωπιά, αλλά οι ίδιοι δεν ακούγονται σαν να έχουν επίγνωση του τι ακριβώς λένε – είναι παρασυρμένοι από τον ρυθμό που προσπαθούν να διατηρήσουν υποθέτω!

Δεν αναφέρομαι φυσικά σε όσους έχουν βγει εκεί έξω, ζητώντας από τα βάθη της καρδιάς τους βοήθεια γιατί πραγματικά δεν υπάρχει κάποια άλλη λύση. Δε μιλάω για τους ευγενικούς, γλυκούς ανθρώπους, στα πρόσωπα των οποίων βλέπει κανείς τον πόνο και την κούραση. Δε μιλάω καν για εκείνους που είναι άστεγοι και άνεργοι και ό,τι άλλο, και σου το λένε, με λόγια απλά, κατανοητά.

Δε με νοιάζει η σύνταξη κι η γραμματική τους. Δεν είναι αυτό που με ενοχλεί. Είναι η σκέψη ότι η γλώσσα τους ακούγεται ξύλινη, αυτό που με παραξενεύει. Δεν έχει συναίσθημα μέσα, όσο κι αν προσπαθούν να προσποιηθούν ότι τους πνίγει ο λυγμός. Είναι σκόρπιες λέξεις, ενωμένες σε μια καλομαθημένη πρόταση και φράση που επαναλαμβάνεται από βαγόνι σε βαγόνι, από ώρα σε ώρα, από μέρα σε μέρα.

Είναι η επαιτεία ως επάγγελμα, μου φαίνεται. Είναι το καθημερινό μεροκάματο που συλλέγει καθένας για τον δικό του σκοπό, για προσωπικούς ή και όχι λόγους. Είναι το ποιηματάκι που έχουν μάθει να λένε καθημερινά. Μόνοι τους; Τους το ‘χει μάθει κάποιος; Είναι η επίκληση του συναισθήματος προς εκμετάλλευσή του. Μια πράξη που έχει σκοπό να συγκινήσει και να προκαλέσει τύψεις σε περίπτωση που κάποιος δε βοηθήσει. Αλλά, κι αν βοηθήσει και δώσει χάλκινα κέρματα, τότε αυτή η πράξη δεν είναι πάντοτε δεκτή.

Δεν ξέρω τι πραγματικά συμβαίνει με αυτούς τους ανθρώπους, αλλά ο καθένας μας νομίζω πως μπορεί να υποθέσει.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.