Μαλβίνα Κάραλη, Βλάσης Μπονάτσος. Δυο άνθρωποι που αγάπησαν και αγαπήθηκαν πολύ μέσα από τη χρυσή δεκαετία της ελληνικής τηλεόρασης του ’90. Εν αρχή η Μαλβίνα, η γυναίκα που υμνούσε τον έρωτα αλλά δε δίσταζε να εκφράσει τα πιστεύω της απέναντι στα πολιτικά πρόσωπα και δρώμενα της εποχής της. Εν συνέχεια, ο Βλάσης ο γυάλινος ήρωας της τηλεόρασης που έμπαινε στα σπίτια μας και συντρόφευε τα βράδια μας μέσα από τα «Άλλα Κόλπα» και τους «Απαράδεκτους».

Η Μαρία Ελένη Σακκά όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, πριν το γυρίσει σε Μαλβίνα,  γεννήθηκε στον Πειραιά και καταγόταν από τα Ψαρρά και τη Θράκη. Όσον αφορά την αλλαγή του ονόματός της, σε σχετική ερώτηση δημοσιογράφου σε συνέντευξη που η ίδια είχε παραχωρήσει, είχε δηλώσει πως «έκανε πάντα του κεφαλιού της και του... μουνιού της το χαβά». Μια γυναίκα απόφοιτη του Αρσάκειου που δεν άφηνε σε κανέναν περιθώρια να την αμφισβητήσει για τις γνώσεις και τη μόρφωση της. Στην τηλεόραση μέσα από τις επιθεωρησιακές εκπομπές της σατίριζε τους πολιτικούς με αιχμηρά και αρκετά καυστικά σχόλια, με ορισμένους από αυτούς μάλιστα να το απολαμβάνουν. Αναμφισβήτητα ήταν μια δυναμική γυναίκα που πίστευε στον έρωτα και έλεγε πως «όταν έχεις σταθερές βάσεις, καλή ανατροφή και σωστές χαρακτηρολογικές δομές τη χάνεις την αξιοπρέπεια στον έρωτα, διαφορετικά είσαι βλάκας». Εξάλλου, αντιλαμβανόταν τον έρωτα «σαν την πιο φοβερή χειραψία προς τη ζωή».

Ο Βλάσης Μπονάτσος γεννήθηκε στην Αθήνα από πατέρα δικαστικό και μητέρα καθηγήτρια, ενώ σπούδασε υποκριτική στο Λονδίνο. Στις αρχές του εβδομήντα έκανε την εμφάνιση του στα μουσικά τεκταινόμενα της εποχής με τους «Πελόμα Μποκιού» διεκδικώντας δικαιολογημένα τον τίτλο του ροκά. Στα δυνατά του χαρτιά θα μπορούσαμε να συνυπολογίσουμε  τη φωνή του, μια φωνή μπάσα, βραχνή και δυνατή που σε συνδυασμό με τον αυθορμητισμό του χαράσσονταν ανεξίτηλος στις μνήμες όσων είχαν τη τύχη να τον παρακολουθήσουν. Καθιέρωσε τις τηλεοπτικές φάρσες στον τηλεοπτικό χάρτη μέσα από τον πιο ευχάριστο και αυθόρμητο τρόπο. Ο Βλάσης ήταν ένα παιδί που με το δικό του τρόπο και τις δικές τους ατάκες χάριζε απίστευτες στιγμές γέλιου. Χειμαρρώδης, ενθουσιώδης, νευρικός με άλλα λόγια  ένας «χύμα» τύπος που εξέφρασε εν τέλει τη φιλοσοφία του live fast, die young.

Σε ηλικία 50 ετών, η Μαλβίνα έφυγε από τη ζωή από καρκίνο, το 2002 ενώ ο Βλάσσης σε ηλίκια 54 ετών το 2004 από αποφρακτική οιδηματώδη λαρυγγίτιδα σύμφωνα με το σχετικό ιατρικό ανακοινωθέν. «Εγώ γλίτωσα και δεν είμαι πλέον σαν και εσάς και χόρτασα και λεφτά, και οικογένεια και αγάπη, κυρίως αγάπη» γράφει σ’ ένα από τα τελευταία της κείμενα η Μαλβίνα. «Μόνο στη φαντασία επιτρέπω να μου βάζει όρια» έγραφε ο Βλάσης στο ημερολόγιό του.

Δυο άνθρωποι που έζησαν τη ζωή τους στα άκρα και την απόλαυσαν αλλά δε θα γεράσουν μαζί μας. Δυο άνθρωποι που άφησαν το στίγμα τους στο τηλεοπτικό τοπίο ανατρέποντας τους κανόνες της τηλεοπτικής γλώσσας μέσα από την επαναστατικότητα και τον αυθορμητισμό τους.

Η φυγή του Βλάση  ήταν τόσο αιφνίδια όσο και η κάθε του εμφάνιση στα «θύματα» των τηλεοπτικών του αστείων. Η Μαλβίνα πάλι έλεγε για τους ανθρώπους «δεν υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, έξυπνοι και χαζοί, όμορφοι και άσχημοι. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που αγάπησαν και  δεν αγαπήθηκαν».

Και μάλλον αυτοί οι δυο άνθρωποι μετά την αιφνίδια φυγή τους ν’ αγαπήθηκαν πολύ.  Η Μαλβίνα και ο Βλάσης έχουν και θα έχουν μια ξεχωριστή θέση στο συλλογικό μας υποσυνείδητο. Θα τους αποκαλούμε πάντα με τα μικρά τους ονόματα και για εμάς που μείναμε πίσω, δε θα μεγαλώσουν ποτέ.

Μαλβίνα, Βλάση σας «συγχωρούμε» που φύγατε νωρίς, αλλά σας ευχαριστούμε που υπήρξατε

Υ.Γ: Δημόσιο ευχαριστώ στη φίλη μου Θεοδώρα και μεγάλη θαυμάστρια του Βλάση για όσες σκέψεις της μου εξέφρασε για εκείνον

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.