Χο, χο, χο!

Και κάπως έτσι ξεκινάει η δική μου πρωτοχρονιάτικη ιστορία, εκείνη την Πρωτοχρονιά που ήμουν ακόμα μαθήτρια Δημοτικού σε ηλικία 8 χρονών. Η δική μου λοιπόν Πρωτοχρονιά μας βρήκε οικογενειακά όλους μαζί στο σπίτι της γιαγιάς μου. Χριστουγεννιάτικο δέντρο, κάλαντα, σπιτικά φαγητά και γλυκά, γιορτινή ατμόσφαιρα και στολισμένο σπίτι με πολλά χρωματιστά φωτάκια . αυτά θυμάμαι από εκείνες τις γιορτές. Ωστόσο, κάτι έλειπε. Μπορεί να είχαμε φωτάκια, φαγητά, χαρά αλλά έλειπε εκείνος ο φουσκωτός κύριος με τα κόκκινα ρούχα που στριμώχνεται στις καμινάδες των σπιτιών για ν’ αφήσει τα δωράκια των εορτών. Βέβαια, αυτό εξαρτάται και από το πόσο καλή συμπεριφορά είχαμε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, αλλά μεταξύ μας είμαστε όλοι τόσο πιεσμένοι από την καθημερινότητα στην οποία ζούμε που σίγουρα έχουμε αντιμετωπίσει δύσκολες καταστάσεις με ακραίες και μη συμπεριφορές.

Ο Άη-Βασίλης λοιπόν, ο μεγάλος «απών» της βραδιάς. Αρκετές μέρες πριν το γιορτινό τραπέζι, θυμάμαι πως είχα πείσει τη γιαγιά πως έπρεπε φέτος να κάνουμε κάτι λίγο πιο ανατρεπτικό. Θα ντυνόμουν εγώ Άγιος Βασίλης εκείνο το βραδύ των Πρωτοχρονιάς. Τουλάχιστον ένα μήνα πριν, προετοιμαζόμασταν με τη γιαγιά μου. Τις ημέρες που είχα προπόνηση πριν το κολυμβητήριο έκανα λίστες με τα πιθανά δώρα που θα μπορούσαμε να πάρουμε. Τα δώρα ήταν πολλά, οπότε προσπαθούσα να μην επιβαρύνω αρκετά τη γιαγιά αν και εκείνη το διασκέδαζε περισσότερο από ότι εγώ. Ίσως τελικά μεγαλώνοντας να είσαι πιο παιδί και από τα παιδιά και φυσικά στα εγγόνια όλοι ξέρουμε πως κανένας παππούς και καμία γιαγιά δε μπορεί να πει ηχηρά όχι. Τα δώρα ήταν ποικίλα από χριστουγεννιάτικα στολίδια, καλλυντικά μέχρι και ζευγάρια κάλτσες. Χα, χα τουλάχιστον χρήσιμα θα μπορούσαμε να τα χαρακτηρίζαμε όλα. Ήταν σχεδόν έτοιμα όλα μα έλειπε η στολή. Άγιος Βασίλης χωρίς στολή δε γινόταν! Δυσκολευτήκαμε αρκετά να βρούμε αλλά το πείσμα της γιαγιάς μόνο χαρούμενες μας έβγαλε και τις δυο. Τα πολυκαταστήματα είχαν μόνο μεγάλα μεγέθη για ενηλίκους αλλά το συνοικιακό κατάστημα με είδη δώρων είχε και η γιαγιά την εντόπισε.

Ήταν λοιπόν όλα έτοιμα ή σχεδόν έτοιμα! Παραμονή Πρωτοχρονιάς μαζευτήκαμε όλοι στο σπίτι της γιαγιάς. Γευματίσαμε, γελάσαμε, μετρήσαμε αντίστροφα για την αλλαγή του χρόνου, τραγούδησα τα κάλαντα μέσα στα γέλια από ντροπή που ήταν τόσος κόσμος μαζεμένος και πήγα να ετοιμαστώ. Έβαλα τη στολή, τα δωράκια σε μια πλαστική σακούλα σουπερ μαρκετ γιατί τελικά ο σάκος δεν περιλαμβανόταν και το ανακαλύψαμε εκείνη τη στιγμή και έλειπε και η γενειάδα. Η σούπερ γιαγιά όμως έφτιαξε τότε στο λεπτό μια γενειάδα από βαμβάκι και σελοτειπ και έτσι ήμουν έτοιμη για τη μεγάλη είσοδο. Η γιαγιά στο ενδιάμεσο είχε επιστρέψει στο τραπέζι και εγώ περίμενα σήμα της για να εμφανιστώ. Όμως, η αγωνία μου και η χαρά μου δε με άφησαν και πολύ να περιμένω και έτσι χωρίς να με καταλάβει κανείς, βγήκα στην εξώπορτα του σπιτιού. Πρώτο στάδιο αποστολής είχε ήδη επιτευχθεί. Άρχισα λοιπόν, να χτυπάω την πόρτα με δυνατό τρόπο προκειμένου να ακουστώ αλλά και να γίνω πειστική. Παρ’ όλα αυτά, δε μ΄ άκουγαν και από ότι θυμάμαι πέρασαν αρκετά λεπτά να συνειδητοποιήσουν πως κάποιος βρισκόταν έξω από το σπίτι. Τελικά, ήρθε και μου άνοιξε η μαμά μου. Χα, χα, μόλις μου είχαν χαλάσει τα σχέδια. Μπήκα με φόρα μέσα στο σπίτι αλλά δεν άντεξα από τα γέλια οπότε ότι είχα προσχεδιάσει να πω έμεινε απλά σαv σκέψη. Ωστόσο, η χαρά όλων ήταν μεγάλη και όλοι γέλαγαν που ο μικρός μπόμπιρας τους έκανε μια εκπληξούλα. Μοίρασα τα δώρα σε όλους και εκείνοι με τη σειρά τους με γέμισαν φιλιά, αγκαλιές και ποοολλάάά πολλάά δώρα.

Ευχαριστώ πολύ γιαγιά μου για την υπομονή σου.

Καλή Πρωτοχρονιά σε όλους!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.