Γράφει ο/η Μαρία Παναγιώτου


Τότε ήταν δεν ήταν 25 χρονών. Χτυπήθηκε από ένα βλήμα όρμου από την ΕΟΚΑ Β. Πήγαν να πολεμήσουν τους Τούρκους που θα έμπαιναν με πλοίο από την Κισσόνεργα της Πάφου. Σύρθηκε χτυπημένος μερικά χιλιόμετρα, πέρασε από το ποτάμι με το αίμα να αφήνει τα σημάδια του πραξικοπήματος στο χώμα. Βρήκε ένα σπίτι.
«Νερό, ένα ποτήρι νερό», αυτό ζήτησε μόνο και το δεκαοκτάχρονο κορίτσι επέστρεφε κρυφά κρατώντας το στο χέρι. Την είδε μπροστά στα μάτια του να σωριάζεται από πυροβολισμό των στρατιωτών της ΕΟΚΑ Β. Το κορίτσι ήταν Τουρκάλα. Αυτοί που τους πυροβολούσαν είχαν αίμα κυπριακό, αίμα ελληνικό. Τον χτύπησαν τ’ αδέλφια του και η εχθρός έχασε τη ζωή της για να του δώσει ένα ποτήρι νερό. Έχει τύψεις και τη θρηνεί μέχρι σήμερα· «η Τουρκάλα με το ένα ποτήρι νερό», έτσι την αποκαλεί.


Κάθε φορά που ο παππούς περιγράφει αυτή την ιστορία είναι πιο ζωντανή στα μάτια μου.
Δεν έζησα τα γεγονότα της εισβολής του 1974. Γεννήθηκα σε ένα νησί μοιρασμένο. Το πραξικόπημα το έμαθα μέσα από ιστορίες που άκουγα από τον παππού μου, ενώ καθόμουν οκλαδόν κάτω από την ελιά.

Τότε μου έμοιαζαν παραμύθια που απλώς δεν είχαν ευχάριστο τέλος. Σήμερα μου μοιάζει ιστορία του παππού μου, του κάθε παππού, ιστορία του τόπου μου, ιστορία δικιά μου.


20 Ιουλίου 1974, τα τουρκικά σκάφη άρχισαν να αποβιβάζουν δυνάμεις στην περιοχή Πέντε Μίλι, οκτώ χιλιόμετρα δυτικά της Κερύνειας. Σμήνη τουρκικών αεροπλάνων ξεκίνησαν επιθέσεις, αρχικά στην ευρύτερη περιοχή της Κερύνειας και της Λευκωσίας. Ελικόπτερα επιχειρούσαν ρίψη αλεξιπτωτιστών σε πολλά σημεία. Άοπλοι πολίτες δολοφονήθηκαν, γυναίκες βιάστηκαν, αιχμάλωτοι στρατιώτες εκτελέστηκαν.
Κι όσοι σήκωσαν το κεφάλι για να αντισταθούν στον εχθρό και να φωνάξουν ότι τούτη η γης είναι δικιά μας, ελληνική, τους μαστίγωσαν στο πρόσωπο. Αυτοί που είχαν το ίδιο αίμα.

Δε θέλω να αναλύσω κανένα πολιτικό λόγο γιατί αυτοί ήταν οι αιτίες. Μπορώ μόνο να κοιτάξω τις συνέπειες. Αυτές βιώνει η γενιά μου. Κι αυτές έχουν σημασία σήμερα.

Όταν στις 5.30 το πρωί ήχησαν οι σειρήνες θυμήθηκα την για 41 χρόνια κατοχική δύναμη στο νησί. Την ξεχνάμε κάποιες φορές εμείς οι νέοι. Τη ξεχνάνε και οι παλιοί, γιατί πονάνε οι θύμησες. Μα κάθε φορά που αντιλαλούν την ίδια ώρα τέτοια μέρα σε όλα τα μήκη και πλάτη της ελεύθερης Κύπρου οι σειρήνες, νιώθουμε ενωμένοι γιατί έχουμε όλοι την ίδια πληγή να κλείσουμε.


Στο σχολείο είχαμε κάτι τετράδια με την επιγραφή «Δεν ξεχνώ» και απεικόνιζαν στο εξώφυλλο την εκκλησία του Αποστόλου Αντρέα στην Καρπασία. Είχαμε κι άλλα από το λιμάνι της Κερύνειας. Μέσα γράφαμε εκθέσεις, Νέα Ελληνικά και Ιστορία. Νέα Ελληνικά για να ξεχάσουμε το παρελθόν και Ιστορία για να μπορούμε να λέμε πως βρέθηκε η σημαία της Τουρκίας στον Πενταδάκτυλο κάθε φορά που την κοιτάμε.

Οδηγούσα προς Λευκωσία πρώτη φορά βράδυ και είδα φωτισμένη την αναθεματισμένη τη σημαία. Αν τα δικά μου συναισθήματα ήταν τόσο δυνατά που έφτασαν στη ραχοκοκαλιά, αναρωτιέμαι πως ήταν γι’ αυτούς που τα βίωσαν όλα στο πετσί τους με εμπειρίες κι όχι μόνο μέσα από ιστορίες.


Μετά το άνοιγμα του οδοφράγματος αποφασίσαμε να δούμε όσα κοιτάζαμε μέχρι τότε στις εικόνες των τετραδίων μας. Περάσαμε τη Λήδρας με το αυτοκίνητο μετά τον έλεγχο της ταυτότητας μας από τους αστυνομικούς του ψευδοκράτους. Στην ίδια την πατρίδα μας, στον τόπο που μας γέννησε έπρεπε να δείξουμε ταυτότητες.

Περάσαμε από χωριά, γειτονιές των κατεχόμενων, καφενεδάκια, μπακάλικα, συρματοπλέγματα. Ο χρόνος ήταν λες και σταμάτησε στο ‘74. Παλιά σπίτια, πόλεις «φαντάσματα», χωματόδρομοι, βαρύ κλίμα εισβολής -που σίγουρα δεν έβλεπαν οι Τούρκοι έποικοι. Παρθένες παραλίες με χρυσή άμμο που ομορφιά τους όμοια δε συνάντησα ξανά. Άγρια ομορφιά, ανεκμετάλλευτη και δικιά μας. Δικιά μας.

Γιατί όσοι κατακτητές κι αν πέρασαν από αυτό τον τόπο πιο δικός μας δε μπορεί να γίνει.

Κάπου στη διαδρομή χαθήκαμε κι ας είχαμε χάρτη μαζί. Σταματήσαμε να ρωτήσουμε που ήμασταν. Εκεί είδα όσα οι λέξεις δεν μπορούν να περιγράψουν. Μια γυναίκα στα γόνατα έκλαιγε μπροστά από το σπίτι της που είχε να δει 35 χρόνια. Σήκωνε τα χέρια προς τον ουρανό και φιλούσε το χώμα έξω από την πόρτα. Προσκυνούσε το σπίτι της. Και μαζί προσκυνούσε κάθε γιο αγνοούμενο, κάθε πατέρα νεκρό. Ο άντρας της πήγε να τη σηκώσει και μετά λύγισε κι αυτός. Γονάτισε δίπλα της κι έκλαιγαν με αναφιλητά. Εμένα δε με χωρούσε εκεί. Ήμουν περιττή. Γιατί όσα κι αν μου περιέγραψαν με εικόνες δεν έφταναν στο ελάχιστο όσα ξυπνούσαν στην μνήμη αυτών των ανθρώπων.

Περισσότεροι από 42.000 βαριά οπλισμένοι Τούρκοι στρατιώτες παραμένουν στις κατεχόμενες περιοχές. Πολλά στρατόπεδα στην ελεύθερη Κύπρο είναι απέναντι από στρατόπεδα της κατεχόμενης πλευράς του νησιού. Αυτό που τα χωρίζει είναι μόνο ένα συρματόπλεγμα και οπλισμένοι νέοι άνθρωποι.
Η Διεθνής κοινότητα αναγνωρίζει μόνο την Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία δε, δε μπορεί να ασκήσει εξουσία σε περιοχές που βρίσκονται κάτω από τον Τουρκικό Αττίλα. Η Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου δεν έχει αναγνωριστεί από κανένα κράτος πέραν της Τουρκίας που ασκεί και την εξουσία.
Τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ την καταδικάζουν ως άκυρη και κάλεσαν όλα τα κράτη-μέλη της να μην αναγνωρίσουν το πολίτευμα της Βόρειας Κύπρου. Την ίδια στάση έχουν η ΕΕ και άλλοι διεθνείς οργανισμοί.

Τι έμεινε σήμερα; Επέτειοι στα σχολεία όλης της Κύπρου. Ακόμα και σε σχολεία στις κατεχόμενες περιοχές με εγκλωβισμένους κατοίκους. Παιδάκια που κρατώντας ελληνικές και κυπριακές σημαίες τραγουδάνε ποιήματα για την εισβολή κάποιου Αττίλα. Έμειναν διαδηλώσεις που σιγά σιγά αποδυναμώνονται, γιατί ξεχνάμε. Έμειναν αληθινοί επαναστάτες που ακόμα το αίμα τους καίει· έμειναν σύγχρονοι Ισαάκ και Σολωμού.


Και μείναμε και μεις να τραγουδάμε για ένα χρυσοπράσινο φύλλο ριγμένο στο πέλαγος, για μια γη της λεμονιάς και της ελιάς, για μια γη της αγκαλιάς, της χαράς που θρέφει με ελπίδα την κάθε μέρα που ξημερώνει.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.