Πονάς, μα δεν ξέρεις το γιατί. 
Ή μάλλον ξέρεις, αλλά δεν μπορείς να κάνεις κάτι γι’ αυτό. 
Έρχεται αυτή η στιγμή σε κάποια φάση της ζωής σου, μία από εκείνες που «πετάς σε ροζ και μπλε παραδεισένια συννεφάκια» και νιώθεις ωραία μετά από καιρό και ξαφνικά ένα πρόσωπο, ένα γεγονός, μια ανάμνηση, ακόμα και μια φράση σε γυρνάει πίσω.
Γυρνάς στις στιγμές που ασφυκτιούσες, στις μέρες που δεν ήξερες τι γίνεται μέσα σου, εκεί που απλά ο χρόνος περνούσε χωρίς να κάνεις κάτι ουσιαστικό, στη στιγμή που απλά είχες κατεβάσει διακόπτες και δεν ένιωθες, δεν έβλεπες, δε σκεφτόσουν τίποτα και κανέναν πέρα από τα προβλήματα σου. Τότε που το μόνο σου συναίσθημα ήταν μίσος, μίσος, μίσος.

Χάνεσαι,τρελαίνεσαι.
Πέφτεις σε ένα κενό χωρίς να ξέρεις γιατί, χωρίς να καταλάβεις το πως.
Όλα είναι αλλιώς!

Είναι σαν να διαβάζεις ένα γαμάτο βιβλίο και στην 20η σελίδα ο ήρωας πεθαίνει. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο ήρωας είσαι εσύ.
Πρωταγωνιστείς σε ένα βιβλίο «Θρίλερ»,με συμπρωταγωνιστές τον πόνο, το γιατί, το δάκρυ κι ακόμα ακόμα και την τρέλα.
Το βιβλίο αυτό περιέχει αλήθειες, ψέματα, καλούς και κακούς ανθρώπους.
Κάποια κεφάλαια προσπαθούν να σου δείξουν την αλήθεια με βάση τις δικές σου σκέψεις και άλλα πάλι σου χαϊδεύουν τα αυτιά με όμορφα ψέματα.
 

Ποιο δρόμο θα διαλέξεις για να βγεις από αυτήν την παράνοια που ξαφνικά αποκτάς και πονάς κυρίως για ανούσια πράγματα; Την άσχημη αλήθεια ή το όμορφο ψέμα;


Σκέφτεσαι, σκέφτεσαι, σκέφτεσαι..
Ξέρω...Χάθηκες στο σταυροδρόμι του παραλογισμού και της τρέλας, έχεις χάσει την έξοδο προς την λογική. 
Ψάχνεις τρόπους να σταματήσεις τον πόλεμο με τον ίδιο σου τον εαυτό μα δε μπορείς να βγεις νικητής απ’ όλο αυτό σκεπτόμενος συνεχώς αρνητικά. Αισιοδοξία; Έχεις ξεχάσει τι πάει να πει αυτή η λέξη...

Νιώθεις μόνος ανάμεσα σε τόσα άλλα σώματα, φοβάσαι την μοναξιά και παρόλα αυτά συνεχίζεις και κλείνεσαι στον εαυτό σου.
Και όταν βραδιάζει; Εκεί είναι το χειρότερο. Εκεί όλα γυρνάνε και ώρες ώρες ξεχνάς τι πραγματικά σκέφτεσαι, χάνεσαι κάπου μέσα στο πλήθος του μυαλού σου.

Τάσεις φυγής. Σου λέει κάτι; Ναι ξέρω, σου λέει πολλά.
Θέλεις να φύγεις, να ξεφύγεις απ’ αυτήν την μικροαστή μάζα της πόλης σου. Να φύγεις για λίγο, να σκεφτείς, αλλά με τι μυαλό να σκεφτείς; Δεν ξέρεις αν χωράνε άλλες σκέψεις.
«Πάρε με! Έλα και πάρε με από ‘δώ έστω για ένα λεπτό, μια ώρα, μια μέρα, αρκεί να ξεφύγω για λίγο πριν χάσω τα πάντα...»
Θέλεις τόσο πολύ να φωνάξεις βοήθεια, μα δεν ξέρεις αν θα είναι κάποιος εκεί να σε ακούσει.


Νιώθεις «νεκρός» ανάμεσα σε τόσα άλλα ζωντανά-νεκρά σώματα, νιώθεις μόνος μέσα σε τόσους ανθρώπους που έχουν μάθει να ζουν ρομποτικά χωρίς να βλέπουν τι γίνετε γύρω τους, χωρίς να νιώθουν τον συνάνθρωπο τους. Φοβάσαι να φωνάξεις βοήθεια.
Ακούω τις σκέψεις σου. «Ας με βγάλει κάποιος από αυτήν την κόλαση,δεν θα αντέξω για πολύ ακόμα».
Σε βλέπω να χάνεσαι κάπου μέσα στην ομίχλη....
«Έφυγαν όλοι ή μήπως εγώ τους ανάγκασα να φύγουν; Χάθηκα ή χάθηκαν; Νιώθω τους πάντες γύρω μου ξένους. Δεν ξέρω ποιοι είναι ή απλά δεν ξέρω ποιός είμαι εγώ;», αναρωτιέσαι.

Σε νιώθω, σε βλέπω, πέφτω μαζί σου, είμαι εκεί μα δεν με βλέπεις.
Βλέπω τους κοντινούς σου ανθρώπους δίπλα σου, προσπαθούν να σε ταρακουνήσουν, να σε βγάλουν απο αυτές τις σκέψεις. Όμως, έχεις βάλει γύρv σου τέσσερις μαύρους τοίχους και το μυαλό σου δεν σ’ αφήνει να δεις πέρα απο αυτούς. 
Είναι εκεί, δεν τους νιώθεις, δε θέλεις να τους νιώσεις. Ίσως θεωρείς πως το να κλειστείς μέσα σου είναι η εύκολη λύση, πως δεν θα χρειάστει να δώσεις εξηγήσεις, να κλάψεις στην αγκαλιά τους.
Μην το κάνεις αυτό!

Άνοιξε τα μάτια σου και σήκωσε ψηλά το κεφάλι,δες τους, μίλα τους. Γι’ αυτό είναι εκεί, για να μαζέψετε μαζί τα κομμάτια της χιλιοκατεστραμένης ψυχής σου.
Δέξου τους, κάνε τους ξανά δικούς σου ανθρώπους και άσε τους να απαλύνουν τον πόνο σου, να σε λυτρώσουν από το σκοτάδι και να σε βοηθήσουν να αντέξεις!
Θα είναι εκεί και πάντα θα προσπαθούν για να μην υψωθούν ποτέ ξανά αυτοί οι τέσσερις μαύροι τοίχοι.

Να είσαι περήφανος γι‘ αυτούς. Ήταν, είναι και θα είναι για πάντα εκεί!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.