Το 1974-75 ο Στίβεν Κινγκ, ο καλύτερος κατ’ εμέ συγγραφεύς των τελευταίων πενήντα ετών, έγραψε τον «Τελευταίο Πιστολέρο», το πρώτο βιβλίο του Μαύρου Πύργου το οποίο εκδόθηκε το 1982, και ολοκληρώθηκε το 2004 σε επτά τόμους.

Στο έργο αυτό, ο Κινγκ όχι μόνο στήνει έναν από τους πιο ωραίους κόσμους που έχουν γραφτεί, αλλά δένει σ’ αυτόν όλο του το σύμπαν. Οτιδήποτε έχει γράψει πότε, όλα παίζουν ρόλο στο Μαύρο Πύργο, άλλα περισσότερο και άλλα λιγότερο.

Το μοτίβο αυτό, του ενιαίου σύμπαντος δηλαδή, με μάγεψε, και καθώς ήδη είχα στήσει ένα σύμπαν στο D&D, το ακολούθησα και εγώ στα γραπτά μου και μου έδωσε έμπνευση να γράψω. Δεν είμαστε εδώ γι’ αυτό όμως.

Είμαστε εδώ ώστε να λύσω μια απορία που με έχουν ρωτήσει πολλοί άνθρωποι όταν τους λέω ότι γράφω μυθιστορήματα. «Μα που βρίσκεις τις ιδέες/την υπομονή/το χρόνο;» Έτσι, θα σας πω πώς γράφω. Δεν το παίζω μεγάλος συγγραφεύς -δεν θα μπορούσα άλλωστε- ούτε λέω ότι ο δικός μου τρόπος είναι ο σωστός, αλλά είναι αυτός που με βόλεψε, και αν κάποιος θέλει να γράψει όμως δεν ξέρει το πως, μπορεί να τον δοκιμάσει.

Η ιδέα είναι εύκολη. Είμαι σίγουρος πως όποιον και να ρωτήσεις μπορεί να σου πει τρεις-τέσσερις ιδέες που θα ήθελε να κάνει ιστορίες. Μπορεί να έρθει στο μυαλό σου μια σκηνή, ένας χαρακτήρας ή μια ατάκα, και ν‘ αρχίσεις να παίζεις στο μυαλό σου πώς ή τι οδήγησε σε αυτό. Προσωπικά, πάντα σκέφτομαι το τέλος. Άλλα το τέλος είναι το εύκολο. Το δύσκολο είναι η αρχή. Αυτές οι πρώτες λέξεις οι οποίες θα κάνουν τον αναγνώστη να θέλει να διαβάσει κι άλλο.

Όσον άφορα το χρόνο και την υπομονή, είναι πολύ απλό. Αν θες οπωσδήποτε να γράψεις, θα βρεις και την υπομονή και το χρόνο. Το θέμα είναι να βάλεις ένα πρόγραμμα. Σου περισσεύει μια ώρα, δυο ή τρεις, κάνεις το πρόγραμμα που σε βολεύει και το ακολουθείς. Όταν ξεκίνησα να γράφω τα διηγήματα που με οδήγησαν στο βιβλίο, ήμουν στην Πάρο.

Επειδή ο συγκάτοικός μου ήταν περίεργος, έπρεπε με το που ξυπνάω να παίρνω το λάπτοπ και να φεύγω από το σπίτι για να μην τον ξυπνήσω. Αυτό οδήγησε στο να έχω στο πρόγραμμα μου τέσσερις ώρες στις οποίες έγραφα. Στην αρχή μικρά διηγήματα των τριών τεσσάρων σελίδων, κι όσο έγραφα και γινόμουν καλύτερος και αυτά μεγαλύτερα. Αλλά αυτό το τετράωρο το κράτησα. Καθόμουν κάπου που μου άρεσε επί τέσσερις ώρες και έγραφα. Ακόμα και μέρες που δεν είχα όρεξη, ή που δεν είχα τι να γράψω- κι αυτό συμβαίνει όταν έχεις μόλις τελειώσει κάτι- άνοιγα την σελίδα και την κοιτούσα.

Είναι σημαντικό να κρατάς το πρόγραμμα αν σ’ ενδιαφέρει το γράψιμο, γιατί όσο ωραίο και να είναι, οφείλεις να το δεις σα δουλειά. Υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι ξεκινάνε να γράψουν, και όταν τελειώσει η ώρα που έχουν οριοθετήσει σταματούν ακόμα και στα μισά της παραγράφου.

Αυτό τους έδινε μια ολόκληρη μέρα σκέψης και όταν ερχόταν η ώρα να συνεχίσουν, πέφτανε με τα μούτρα. Άλλοι συγγραφείς γράφουν την ώρα που έχουν θέσει, και όταν αυτή τελειώσει φτάνουν μέχρι το τέλος της ενότητας. Αυτό έκανα εγώ, και αυτό προτείνω να κάνει και οποιοσδήποτε θέλει να ασχοληθεί με το γράψιμο. Κλείνεις νετ, ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να σου αποσπάσει την προσοχή και γράφεις.

Η σκαλέτα πότε δεν με απασχόλησε προσωπικά. Ξέρω ότι πολλοί συγγραφείς, πριν ξεκινήσουν να γράφουν έχουν σκελετό για την Ιστορία τους και μαζί ένα πάκο με σημειώσεις τις οποίες αφού τις τελειώσουν ακολουθούν κατά γράμμα. Δεν το έκανα πότε αυτό. Ήξερα τι ήθελα να γράψω, και αν ήθελα να κάνω μια αναφορά σε κάτι παλαιότερο είτε στο ίδιο το κείμενο ή σε άλλη ιστορία, το πολύ πολύ να τσέκαρα τα προηγούμενα. Επίσης δεν αποθαρρυνόμουν αν η ιστορία κολλούσε. Αν για παράδειγμα ήξερα ότι ο πρωταγωνιστής έπρεπε να πάει κάπου αλλά δεν ήξερα πώς θα πήγαινε έβαζα [...] και συνέχιζα σαν να το είχα γράψει. Όταν θα ερχόταν η ώρα της δεύτερης γραφής θα το διόρθωνα.

Όταν εν τέλει έφτανα στο τέλος, έκανα μια πολύ μικρή πρόχειρη διόρθωση, και το άφηνα στην άκρη για ένα μήνα περίπου. Αυτό, γιατί εκείνη την ώρα, ο ενθουσιασμός μου ήταν τέτοιος που το κείμενο μου φαινόταν τέλειο. Το ότι είχα τελειώσει το κείμενο δε σήμαινε ότι σταματούσα το πρόγραμμά μου.

Ξεκίναγα κάτι άλλο, πιο χαλαρό μέχρι να περάσει το συγκεκριμένο διάστημα, και ύστερα ξαναδιάβαζα το κείμενο από την αρχή. Αν αυτό που διάβαζα μου άρεσε, τότε θεωρούσα ότι ήμουν σε κάλο δρόμο, και προχωρούσα στη δεύτερη γραφή, στην οποία μπορεί να άλλαζαν τα πάντα πέρα από τη βασική ροή της ιστορίας. Είχε φύγει βλέπετε η καύλα του να πω την ιστορία και μπορούσα να τη δω με άλλο μάτι. Όταν με το καλό τελείωνε και αυτό, και είχα πλέον έτοιμο το κείμενο όπως το ήθελα, ερχόταν η πιο δύσκολη- και βαρετή- διαδικασία. Η επιμέλεια.

Ευτυχώς εδώ φάνηκα τυχερός. Την πρώτη και ουσιαστική επιμέλεια του βιβλίου μου την έκανε ο Κωνσταντίνος Κουτσικουρής, αρχισυντάκτης στο αδερφάκι του mindthetrap, pillowfights, και πολύ κάλος προσωπικός μου φίλος ο οποίος πήρε ένα κείμενο που μπορούσα να το καταλάβω μόνο εγώ, και το έκανε κατανοητό και στους υπολοίπους. Πρόσθεσε πολλά, αφαίρεσε πολύ περισσότερα που δεν είχαν λόγο ύπαρξης πέραν του προσωπικοί μου γούστου, και εν τέλει κατάφερε να το κάνει βιβλίο.

Τα διαδικαστικά του να βρεις εκδοτικό οίκο, να κάνεις δεύτερη, τρίτη και τετάρτη επιμέλεια δε χρειάζεται να σας τα πω. Μπορείτε να τα βρείτε μόνο σας πολύ εύκολα, αλλά τη διαδικασία της ίδιας της γραφής δε μπορεί να σας τη μάθει κάνεις.

Ακούω συχνά για σεμινάρια δημιουργικής γραφής και μαθήματα σεναρίου και μυθιστοριογραφίας. Ένας τρόπος υπάρχει να γίνεις καλύτερος στο γράψιμο και αυτός είναι να διαβάζεις πολύ και να γράφεις περισσότερο. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κινγκ στο «Περί συγγραφής» -βιβλίο που οφείλει να διαβάσει κάθε συγγραφεύς- «Καταλαβαίνω ότι δεν μπορώ να γίνω Χέμινγουεϊ, όπως ο Χέμινγουεϊ θεωρούσε ότι δεν μπορούσε να γίνει Ντοστογιέφσκι. Αυτό που με έκανε όμως να γίνω καλύτερος, είναι να μη σταματάω να γράφω και να διαβάζω, και να θαυμάσω αυτά τα Ιερά Τέρατα».

Αντίστοιχα κι εγώ, θεωρώ ότι πότε δεν μπορώ να γίνω Κινγκ. Αυτό που έκανε με το σύμπαν του, και στα χνάρια του ακολουθώ και εγώ, είναι άπλα μαγικό. Αλλά ακόμα και να μη γίνω, θα σταματούσα να γράφω; Φυσικά και όχι. Θα σταμάταγα αν δεν πετύχω; Πάλι όχι. Γράφω για ‘μένα, και για τον έναν άνθρωπο που θα διαβάσει το βιβλίο και θα το γουστάρει.

Και αν ο Ισέλιαθ Νoξ μου δεν γίνει πότε ο Ρόλαντ Ντέσαιν δεν πειράζει. Ο Ρόλαντ είχε εικοσιδύο χρόνια για να ανεβεί το Μαύρο Πύργο του. Και ακόμα και αν ο δικός μου ήρωας δεν τα καταφέρει, στο τέλος, αυτό που μετράει είναι ότι το πάλεψε.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.