Ήταν εκεί στις αρχές της μεταπολίτευσης που ήμουν έφηβος, όταν για πρώτη φορά άκουσα τη φράση «η φιλία είναι ταξική».

Δηλαδή; Αναρωτήθηκα, δεν μπορώ να έχω φίλους πιο πλούσιους ή πιο φτωχούς από εμένα; Μόνο με όσους ανήκουν στην ίδια οικονομική τάξη θα μπορούσα να κάνω παρέα, να αγαπήσω, να ερωτευτώ;

Στην αρχή μου φάνηκε υπερβολικό, μα χαράχτηκε βαθιά μέσα μου γιατί μεγαλωμένος μέσα στη χούντα οι αντιλήψεις μου για τις σχέσεις των ανθρώπων είχαν διαμορφωθεί με τα πρότυπα που προβάλλονταν τότε με το περιβόητο «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια». Αυτό το τρίπτυχο που όποιος τολμούσε να κάνει κάτι περισσότερο ή διαφορετικό ή λιγότερο εισέπραττε τον κοινωνικό αποκλεισμό και την απαξίωση.

Με την αρχή της μεταπολίτευσης και ειδικά από την δεκαετία του ’80 άρχισε ο χορός της κατανάλωσης. Της κατανάλωσης που έγινε χωρίς ν’ αναπτυχθεί εξ’ ίσου η παιδεία, η κοινωνική μόρφωση, η συμμετοχή στα κοινά, τίποτα.

Η προσωπική επιτυχία και «πρόοδος» έγιναν ο απόλυτος στόχος. Ο καθένας προσπαθούσε να συσσωρεύσει υλικά αγαθά μα επειδή μπορούσε να το κάνει ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, δεν υπήρχαν κοινωνικές συγκρούσεις. Αποδυναμώθηκαν οι φιλίες μέσα από την μικροαστική αλλοτρίωση και οι στόχοι και τα οράματα από κοινοί έγιναν προσωπικοί.

Τις κοινωνικές ομάδες δεν τις ένωνε τίποτε. Όσο πιο απομονωμένα είναι τα διάφορα τμήματα του πληθυσμού μιας χώρας, τόσο πιο εύκολα ελέγχονται. Το συντονισμό αυτού του ελέγχου τον ανέλαβαν οι τράπεζες με όργανα τους ελεγχόμενους και διεφθαρμένους πολιτικούς που ανέλαβαν το ρόλο της νομιμοποίησης του κοινωνικού εκφυλισμού.

Στόχος ήταν οι πωλήσεις των πολυεθνικών και των εγχώριων βιομηχανιών.

Οι κοινωνικές ομάδες έχασαν κάθε δυναμική και το χτίσιμο ενός διώροφου ήταν ο απόλυτος στόχος. Ο κύριος και η κυρία Τριωρόφου έγιναν κυρίαρχες φυσιογνωμίες.

Μέσα σ’ αυτήν τη χαλαρότητα των δεσμών οι προσωπικές σχέσεις καθώς και οι έννοιες καλό – κακό συνδέθηκαν με την κατανάλωση.

Πέρασαν αρκετές δεκαετίες αλλά η φράση αυτή ήταν πάντα μέσα μου σαν να περίμενε το χρόνο της να βγει.

Τα τελευταία πέντε χρόνια με όλο αυτό το μακελειό που συμβαίνει επαναπροσδιορίζω τις σχέσεις μου με τους ανθρώπους. Άρχισα να προσπαθώ να καταλάβω ποια ήταν εκείνα τα στοιχεία που με συνδέουν με όσους γνωρίζω, με ποιους θα μπορούσαν να είμαι δίπλα σε μια δύσκολη στιγμή.

Η έκπληξη! Ελάχιστους βρήκα. Σαν να προσγειώθηκαν οι περισσότεροι από άλλον πλανήτη. Κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει τι συνέβαινε και έγινε η ζωή μας τόσο δύσκολη. Κανείς δεν ήταν σε θέση, από τα τόσα χρόνια της νοητικής αδράνειας, να συνδέσει την προσωπική του ζωή με αυτό που διαδραματιζόταν γύρω του. Μαθημένοι στο δόγμα «εγώ και η οικογένειά μου να είναι καλά» δεν είχαν την ικανότητα να δουν τίποτε άλλο. Ο απομονωτισμός άρχισε να βασιλεύει.

Και ο φόβος. Ο φόβος που τα μέσα ενημέρωσης καλλιεργούσαν σκόπιμα και διαρκώς.

Δεν μπορώ πια να είμαι φίλος με κανέναν που δεν καταλαβαίνει πως ο άστεγος τον αφορά άμεσα. Πως ο ασθενής που δεν μπορεί να θεραπευτεί είναι και δική του υπόθεση. Πως αν τα παιδιά δεν μπορούν να σπουδάσουν είναι και δική του ευθύνη. Κάτι που λίγα χρόνια πριν ίσως το προσπερνούσαμε.

Δεν μπορώ πλέον να κάνω παρέα μόνο επειδή περνάμε ωραία σε μια ταβέρνα ή επειδή μπορούμε να πάμε να ψωνίσουμε κάτι.

Το τελευταίο που μου έτυχε και με ταρακούνησε ήταν που από υποχρέωση πήγα σ’ ένα γάμο. Παντρευόταν το παιδί μιας πολύ αγαπημένης μου φίλης και το τραπέζι γινόταν σ’ εκείνες τις ελεεινές ταβέρνες της Πάρνηθας. Σ’ αυτές που τα κυρίαρχα πρόσωπα είναι οι «συμπεθέρες», οι «κουνιάδες» και οι «συννυφάδες».

Έπαθα ήττα.

Ντράπηκα όσο δεν είχα ντραπεί ποτέ στη ζωή μου. Ξοδεύτηκαν πάνω από δέκα χιλιάδες ευρώ για να δουν οι γνωστοί της πως δεν ξέπεσε ακόμα.

Ο ξεπεσμός υπήρχε παντού, στη διακόσμηση, στα ντυσίματα, στην απουσία διασκέδασης και στον απομονωτισμό όλων των προσκεκλημένων. Έφυγα αηδιασμένος. Όταν μετά κατάφερα να ψελλίσω πως αυτά τα χρήματα θα μπορούσαν να δοθούν σε δέκα άπορες οικογένειες όρμησαν να με φάνε.

Αυτό ήταν και η χαριστική βολή.

Δεν θέλω πλέον κανέναν φίλο ή γνωστό που δεν μπορεί να δει τι συμβαίνει γύρω του.

Δεν θέλω κανέναν που να μην μπορεί να καταλάβει πως αυτό που συμβαίνει είναι πόλεμος και πως θα πρέπει ή να συμμαχήσουμε ή να συστρατευθεί με τον εχθρό. Δεν υπάρχουν άλλες επιλογές. Η ουδετερότητα θα μας σκοτώσει και τους δυο.

Φίλους μπορώ πλέον να θεωρήσω αυτούς που πολιτικά είμαστε στην ίδια πλευρά.

Όσοι απλώς παρατηρούν χωρίς να συμμετέχουν είναι επικίνδυνοι.

Η ζωή δεν είναι πλέον ένα ντοκιμαντέρ που μπορείς να το δεις ή να πας για καφέ. Τόσα χρόνια μετά αυτή η φράση είναι όχι μόνο επίκαιρη αλλά και σωτήρια.

Οι παλιές γέφυρες επικοινωνίας με τους φίλους έχουν γκρεμιστεί.

Ή θα χτίσουμε καινούριες ή θα μας πνίξει το ποτάμι.

Η φιλία είναι ταξική.


 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.