Το μόνο έμβιο όν που μεγαλώνει τα παιδιά του και τα μαθαίνει πώς δεν θα φύγουν από κοντά του είναι ο άνθρωπος.

Αυτό συμβαίνει γιατί δεν μπορεί να καταλάβει πως από τη στιγμή της γέννησης και μετά το παιδί θα πρέπει να διδάσκεται και να εκπαιδεύεται έτσι ώστε να φτιάξει τη δική του ζωή.
Έτσι, ενώ πολλά θα μπορούσε να κάνει μόνο του, οι γονείς το αντιμετωπίζουν σαν ανήμπορο και προσπαθούν να τα κάνουν για εκείνο.
Δεν είναι μόνο θέμα υπερπροστασίας, είναι κυρίως η στρεβλή αντίληψη για την οικογένεια. Αυτόν τον τόσο σοβαρό και ισχυρό θεσμό της κοινωνίας, τον έχουν μετατρέψει σε κέντρο ομαδικής καταπίεσης.

Το κύριο πρόβλημα, ειδικά της ελληνικής οικογένειας είναι πως τα μέλη της δε λειτουργούν ομαδικά. Ο καθένας έχει έναν ρόλο και με τα κοινά που αφορούν ολόκληρη την οικογένεια δεν ασχολούνται όλοι αλλά μεμονωμένα ο καθένας. Αν δηλαδή θα πρέπει να καθαριστεί το σπίτι, θα το κάνει η μάνα, αν πρέπει να γίνει μια επισκευή θα την αναλάβει ο πατέρας. Έστω και αν εργάζονται και οι δυο, στα παιδιά δεν δίνουν ποτέ να καταλάβουν πως δεν έχουν μόνο δικαιώματα αλλά και υποχρεώσεις. Αν το κάνουν θεωρούν πως δεν είναι καλοί γονείς. Πως δεν προσφέρουν όσα θα έπρεπε στα παιδιά τους.

Μια πολύ σοβαρή συνέπεια αυτής της κατάστασης είναι ότι τα παιδιά γίνονται «κακομαθημένα», με τους γονείς να κρυφοκαμαρώνουν πως «τα θέλουν όλα στο χέρι».
Όπως καταλαβαίνετε, η πραγματική επικοινωνία των μελών της οικογένειας μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον είναι ανύπαρκτη. Όταν οι υποχρεώσεις δεν μοιράζονται και δεν αποτελούν ένα φυσιολογικό μέρος της ζωής του κάθε μέλους, τότε τα παιδιά αποθρασύνονται και το μόνο που έχουν είναι απαιτήσεις.

Εκεί ακριβώς, όταν δηλαδή οι αντοχές και οι ανοχές των γονιών ξεπεράσουν τα όρια, αρχίζει και η ενδοοικογενειακή βία. Από όλους προς όλους.
Σ’ αυτήν λοιπόν τη κρίσιμη καμπή, θα πρέπει κυρίως οι γονείς να διδάξουν τα παιδιά πως το να έχει κανείς υποχρεώσεις δεν είναι κάτι κακό, αλλά είναι σημαντικό για την επιβίωσή τους.
Πριν όμως να τους το δείξει η ζωή.

Η καλύτερη κατά την ταπεινή μου γνώμη, λύση, είναι από τότε που αρχίζουν τα παιδιά να μεγαλώνουν, οι ασχολίες τους να έχουν κάποιο ομαδικό χαρακτήρα.
Θα πρέπει να καταλάβουν πως είναι δική τους υποχρέωση να μαζέψουν και να φροντίσουν τα παιχνίδια τους το βράδυ και όχι των γονιών τους, έχοντας στο μυαλό το όριο πως αν δεν το κάνουν δεν δικαιούνται να παίζουν.

Θα μπορούν για παράδειγμα, να διαβάζουν ένα μάθημα μαζί με άλλα παιδιά. Θα μπορούν να συμμετάσχουν σε μια αθλητική ομάδα, σε μια ομάδα κοινωνικής αλληλεγγύης και να βοηθούν άπορα παιδιά στηρίζοντάς τα. Θα πρέπει να μάθουν, ξεκινώντας από την οικογένεια ,πώς να είναι μέλη μιας κοινωνίας που μέσα σ’ αυτή δεν μπορεί κανείς να λειτουργήσει ατομικά.

Αλλά όπως σας είπα, το θέμα ξεκινάει από τους γονείς. Αν και εκείνοι δε μπορούν να καταλάβουν πως δεν τελείωσε η προσωπική τους ζωή από τότε που έκαναν παιδί, αλλά έχουν δικαίωμα για μια απόδραση ενός διημέρου, ή να παρακολουθήσουν μια θεατρική παράσταση σαν ζευγάρι, τότε ούτε τα παιδιά θα μπορέσουν να καταλάβουν πως όση ώρα θα λείπουν θα πρέπει ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση μόνα τους. Και χάνεται η μεταξύ τους σχέση μέχρι τότε που τα παιδιά θα φύγουν από το σπίτι. Μετά από τόσα χρόνια «απουσίας» είναι πια σαν δυο ξένοι.


Συμβαίνει και κάτι ακόμα που δυσκολεύει την επικοινωνία των παιδιών με τους γονείς: δεν μπορούν πολλές φορές, ειδικά όταν ξεπεραστούν τα όρια και η κατάσταση γίνει ανεξέλεγκτη, να τους δώσουν να καταλάβουν αυτό που προσπαθούν να τους εξηγήσουν. Τους συμπεριφέρονται σαν να είναι ενήλικες, δίχως πριν να τους έχουν δώσει κάποιο τέτοιο εφόδιο.


Το να μαλώσει κανείς ένα παιδί γιατί έσπασε το παιχνίδι του, είναι σαν να μαλώνεις φοιτητή επειδή διαβάζει για να μάθει. Μόνο αν το σπάσει θα καταλάβει τι είναι αυτό που το κάνει και χαίρεται τόσο πολύ. Την ανάγκη του για διερεύνηση την πνίγουν μέσα στα πρέπει της δικής τους άγνοιας. Το να έχει λοιπόν κανείς εύθραυστα αντικείμενα σε χώρο που ζουν και παιδιά, είναι σαν να θέλεις να τα δεις σπασμένα.

Ο μοναδικός τρόπος για να μπορέσουν να επικοινωνήσουν οι μεγάλοι με τους μικρότερους είναι πρώτο και κύριο ν’ αποδεχτούν πως ζουν όλοι κάτω από την ίδια στέγη. Να τους μιλάς κατεβαίνοντας στο επίπεδο που μπορούν να καταλάβουν, γιατί μόνο τότε είναι βέβαιο πως θα μπορέσει να υπάρξει επικοινωνία. Σκεφτείτε έναν έφηβο που βιάζεται να παίξει με τους φίλους του και πετάει τα ρούχα του δεξιά κι αριστερά. Μόνο αν την επομένη δεν έχει καθαρό ρούχο να φορέσει, θα καταλάβει πως θα έπρεπε να το είχε φροντίσει.

Θα μπορούσα να σας αναφέρω πολλά παραδείγματα, αλλά η έννοια επικοινωνία χτίζεται, δημιουργείται με το χρόνο και την υπομονή, δεν γίνεται με επιφοίτηση σε κανέναν.
Δυστυχώς πουθενά στο εκπαιδευτικό μας σύστημα δε διδάσκονται οι ανθρώπινες σχέσεις. Όποιες και αν είναι αυτές, γονεϊκές, φιλικές, ερωτικές και αργότερα συναδελφικές. Όλοι αυτοσχεδιάζουν.
Κανένα παιδί δεν γεννιέται «κακομαθημένο». Γίνεται με τον καιρό.

Ειδικά σ’ αυτήν την πολύ σκληρή κοινωνικά περίοδο που ζούμε, η οικογένεια θα μπορούσε να παίξει έναν καταλυτικό ρόλο αλληλοϋποστήριξης των μελών της και όχι μόνο. Θέλει λίγο πιο ανοιχτά μυαλά και απαραίτητα συμβουλές από ανθρώπους που γνωρίζουν. Επιτέλους σταματήστε να φοβάστε τους παιδοψυχολόγους, τους κοινωνικούς λειτουργούς, τους οικογενειακούς συμβούλους. Είναι τόσο απαραίτητοι πλέον και δεν είναι μόνο για τους τρελούς. Είναι για όλους μας.

Ήθελα να κλείσω αυτό το κείμενο με κάτι σημαντικό που είχε πει κάποτε η Μαλβίνα Κάραλη όταν την ρώτησαν αν θα γινόταν θυσία για το παιδί της. Απάντησε ως εξής, ή περίπου: «Μα πραγματικά πιστεύετε πως υπάρχει έστω και ένα παιδί που θα ήθελε να δει τον γονιό του να θυσιάζεται;»

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.