Η Carol που λέτε (στα  ελληνικά  Τούλα, από το Καλαντούλα), ήρθε διακοπές το 2003. Τα Χριστούγεννα. Ήτανε μια από τις δεκάδες χιλιάδες τουρίστριες που κατακλύζουν τη μεγαλόνησο (γιατί η Κύπρος είναι γνωστή και ως χειμερινός προορισμός), από τότε που ήμασταν απλά μια διοικητική περιφέρεια. Ήρθε, για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά με άλλα 2-3 άτομα, και επέλεξαν ένα all inclusive πακέτο 5* ξενοδοχείου, το οποίο σήμαινε ότι θα έμενε για δυο βδομάδες (άρα η Τούλα είναι πλούσια και ήρθε στην Κύπρο να ξοδέψει).

Την τρίτη μέρα της παραμονής της, οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν τυχαία (τυχαίο;), όταν στην καφετέρια που συχνάζει η παρέα, είχαν σκάσει μύτη αυτή με τις φίλες της. Και εφόσον δεν υπήρχε πάρα μόνο ένα άδειο τραπέζι (τυχαίο πάλι;), πώς το έφερε η κουβέντα, καταλήξαμε να μοιραστούμε το τελευταίο.

Δε θα αναλύσω τις λεπτομέρειες της σχέσης που αναπτύξαμε, λόγω και της έλλειψης χώρου (λέξεων), αλλά καταλήξαμε να απολαμβάνουμε χριστουγεννιάτικες εμπειρίες μαζί. Από βόλτες στα καταστήματα, σε χιονάνθρωπους στα βουνά, και από ψήσιμο μελομακάρονων στο χωριό, σε σκι στο εσωτερικό χιονοδρόμιο του Mall!

Και στο mall αρχίζει η ιστορία… Εκεί λοιπόν, όπως κάθε χρονιά, ένας Άγιος Βασίλης, με αληθινό λευκό μούσι (να δεις που αυτός ξεκίνησε τη μόδα με το αναρχοstyle και το μούσι φωλιά), καθόταν σε μια καρέκλα, με τα παιδάκια να μπαίνουν στη σειρά για να καθίσουν στα γόνατα του και να του πουν τι δώρο θέλουν. Πάνω στην πλάκα της στιγμής, σκέφτεται η, έτσι και αλλιώς μικροκαμωμένη, (κοντή δηλαδή) Carol (η Τούλα), να μπει στη σειρά! Ο κυριούλης, γύρω στα 45 – Άγιος Βασίλης βεβαίως, πιστός στο πνεύμα των γιορτών,  της επέτρεψε να καθίσει και να ζητήσει ό,τι ήθελε. Αυτή, στην πλάκα πάντα, ζήτησε να κεράσει τον Άγιο ένα καφέ μόλις από τη «βάρδια του τη βραδινή σχολούσε». Μάλλον της άρεσε το role play και ήθελε να ντυθεί ξωτικό ή ρουντολφ. Σίγουρα γουστάρισε τον Βασιλάκο με το γένι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά, γύρω στις 9 το βράδυ, βρεθήκαμε να πίνουμε καφέ με τον Αγιοβασιλάκο. Στις 11 ο καφές έγινε «ένα ουΐσκι για το καλό», και στη 1 ήμασταν στο δεύτερο μπουκάλι. Χοχοχο.

Εννοείται πως ο Άγιος, είχε πια μετατραπεί σε έναν «δε σου κάνω τον Άγιο» (αχ αμάρτησε) τύπο που όλο και περισσότερο άρχισε να «κάνει πλάκα» με την Carol και την υπόλοιπη παρέα. Έπειτα, αποφασίσαμε όλοι μαζί να πάμε για το after party στο γνωστό club της πόλης «Everything». Το ένα ποτό πάνω στο άλλο, το κέφι γινόταν πιο μεγάλο, ο not-so-Άγιος είχε γίνει λιώμα, και δεν είχαμε ξεκινήσει ακόμα..

Αφού πέρασε αρκετή ώρα, πάνω που νομίζαμε ότι επιτέλους αυτή η άγια νύχτα θα τελείωνε και θα παίρναμε τον Santa σπιτάκι του, σηκωτό έστω, η Carol ανασύρει από τη τσάντα της αυτόν το δαίμονα που ονομάζεται selfie-stick και αντί να περπατάμε προς το αμάξι, κατευθυνόμαστε προς οτιδήποτε μοιάζει χριστουγεννιάτικο και εν δυνάμει ωραίο background για φωτογραφίες (αντιλαμβάνεστε ότι το selfie-stick πρωτοέφερε η Τούλα. Merci).

Η αλήθεια είναι ότι κανείς μας δεν είδε την πινακίδα «οδικά έργα». Κανένας δεν πρόσεξε όταν έπεφτε μέσα στο χαντάκι το ένα του πόδι, και δεν καταλάβαμε εγκαίρως πότε και πώς του καρφώθηκε στον πισινό το selfie-stick αφού εκτινάχθηκε από το χέρι του λόγω του σκουντουφλήματος (χοχοχο). Ευτυχώς που δεν βρίσκονταν εκεί κοντά παιδάκια, να είναι μάρτυρες ενός σκηνικού όπου ο Άγιος Βασίλης σπάει το ρεκόρ βρισίματος ανά δευτερόλεπτο, με περίπου 4 λέξεις per second, ανάμεσα τους και σοβαρές ύβρεις προς τον «εργοδότη» του Θεό.

Πήγαμε στο σπίτι του να τον δούμε την επόμενη μέρα. Περάσαμε να πούμε μια καλησπέρα μα δεν άνοιξε. Για κάποιο λόγο έφταιξα εγώ. Και η Carol το μωρό. Τον πόνο από το παλούκι δεν τον άντεξε. Βέβαια, αυτός θα λέει τώρα: φιλαράκο, ήτανε στημένο το σκηνικό, για να σας ξεφορτωθώ..είχαμε δρόμο να κάνουμε με το έλκηθρο το μαγικό …αγάπη σε όλους να μοιράσουμε και όνειρα, σεξουαλικά και μη, για κάτι τύπους σαν και σένα, που μας έκοβαν στο πιο καλό.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.