Εδώ κι αρκετά χρόνια, υπάρχει μια έντονη δραστηριότητα σε ό,τι αφορά τη δημόσια παράθεση απόψεων και ποικίλης ύλης γραπτών. Θες λόγω αρκετού ελεύθερου χρόνου, θες λόγω λόξας και απωθημένου, κόσμος και κοσμάκης βγάζει σκέψεις και εγκεφαλικά κουσούρια στο ψηφιακό χαρτί. Όποια διαδικτυακή, λοιπόν, πέτρα κι αν σηκώσεις θα συναντήσεις έναν εν δυνάμει αρθρογράφο, που είτε μέσω blog, είτε μέσω ενός zine, είτε μέσω των social media, εναποθέτει οτιδήποτε χρηστικό -ή μη- κατεβάζει η κούτρα του, ή τα βιώματά του, προς αναγνωστική κατανάλωση.

Καταλύτης στην όλη έξαρση υπήρξε φυσικά το internet, μιας και πριν από δαύτο δεν υπήρχε εύκολος τρόπος για κάποιον να εκφράσει αυτό που θέλει σε ένα ευρύτερο κοινό. Όχι πως δεν υφίστατο ενεργή συγγραφική ζωή πριν, απλώς πλέον οι συνθήκες επιτρέπουν να μοιραστείς τη δουλειά σου σε εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο.

Αυτό φυσικά ανοίγει δρόμους και σε άτομα τα οποία ναι μεν έχουν καλλιτεχνικές ανησυχίες, αλλά εκ του αποτελέσματος αυτές απαλείφονται ύστερα από κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι μια «φάση» που βρίσκονται και την προσπερνούν όταν αυτή κάνει τον κύκλο της, μιας και τα συγκεκριμένα άτομα, ουδέποτε είχαν κάτι να πουν σε γενικά πλαίσια… Θέλουν μονάχα να βγάλουν προς τα έξω δυο-τρεις σκέψεις τους και στην πορεία να αποδημήσουν, μιας κι έκαναν τα κουμάντα τους και δοκίμασαν κι αυτό στη ζωή τους.

Το καλό με τους παραπάνω είναι ότι βοηθούν στο να γίνεται ένα συνεχές ξεσκαρτάρισμα, το οποίο ομολογουμένως χρειάζεται συχνά πυκνά, μιας και υπάρχουν κι εκείνοι που παρότι δεν έχουν κάτι περαιτέρω να πουν, κατακλύζουν το διαδίκτυο και σπαταλούν τόνους ιντερνετικής μελάνης, η οποία φυσικά ξεθωριάζει γρήγορα, μιας και οι αρθρογραφικές ξεπέτες μένουν λιγότερο κι από τις ερωτικές.

Υπάρχουν φυσικά κι εκείνοι οι οποίοι έχουν σχέση εξ αγχιστείας με το όλο θέμα, αλλά θαρρούν πως έχουν φωνή που πρέπει να εισακουστεί. Συνήθως πρόκειται για περιπτώσεις που το συντακτικό τους θυμίζει εκθέσεις δημοτικού, η ορθογραφία τους μαθητές νηπίου και οι απόψεις τους είναι τόσο τετριμμένες, που αναρωτιέσαι το αν άξιζε η επιμονή του Γαλιλαίου για το ότι η γη κινείται…

Βέβαια, όλα αυτά θα τα κρίνουν (και) οι αναγνώστες, οι οποίοι, καλώς ή κακώς διαθέτουν μια πολύ ιδιαίτερη και συγκεχυμένη κριτική ικανότητα. Είτε θα καγχάσουν, θεωρώντας πως οι ίδιοι θα παρουσίαζαν καλύτερα το όποιο θέμα, είτε θα διαφωνήσουν σφόδρα, είτε θα αποθεώσουν το χιλιοειπωμένο και θα επευφημήσουν το αυτονόητο. Κι εκεί είναι που μπερδεύεται ολάκερο το συγγραφικό σύμπαν.

Διότι, άπαξ και κάποιος γράψει πως είναι ένα ταπεινό χαμομηλάκι, θα λάβει σχόλια τύπου «υπέροχο», «γλυκούλι» και λοιπά στερεοτυπικά. Αν όμως γίνεις πιο άμεσος και ρεαλιστής, η πικρόχολη αντιμετώπιση και οι λογής επιθετικοί προσδιορισμοί πέφτουν βροχή.

Και λογικό. Όταν εκθέτεις τη «σαχλή», τη «βρώμικη» και την, τέλος πάντων, πιο αληθινή πλευρά σου, ο άλλος αντιδρά σπασμωδικά προκειμένου να αποστασιοποιηθεί μονομιάς από αυτό που του φαίνεται στρεβλό. Έλα, όμως, που στην ουσία, περισσότερο προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του πως δεν είναι κι εκείνος έτσι. Εν ολίγοις, πολλές φορές, ο λόγος που αφορίζουμε μερικά στοιχεία, προτού καν τα φιλτράρουμε, είναι επειδή βλέπουμε σε αυτά τους ίδιους μας του εαυτούς τους και κατ’ επέκταση, μια πτυχή μας η οποία δε μας είναι αρεστή.

Κι έτσι, φτάνουμε στο συχνότερο πρόβλημα που συναντάται σε αρκετούς αρθρογράφους: την έλλειψη ρεαλιστικής οπτικής και εμπεριστατωμένης υποκειμενικής χροιάς, η οποία πηγάζει από δυο πλευρές. Από τη μια, συνδέεται άρρηκτα με την προαναφερθείσα αντιμετώπιση των αναγνωστών, η οποία εν καιρώ ακούσια επιβάλει μια λογική του τύπου «τι αρέσει στον κόσμο», πέφτοντας στην παγίδα του παραγκωνισμού απόψεων που ίσως διχάσουν ή δε θα κάνουν αρεστό το κείμενο στους πολλούς.

Η δεύτερη πλευρά έχει να κάνει με το ότι πολλές φορές ο εκάστοτε αρθρογράφος δε γράφει εμπειρικά, πλάθοντας σενάρια από την κούτρα του, παρουσιάζοντας έναν άλλον εαυτό, που τις περισσότερες φορές είναι αυτός που ποτέ δεν κατάφερε να είναι.

Το ότι γράφει κάποιος για κάτι, δεν τον κάνει αυθεντία, αλλά είναι επιβεβλημένο το να υπάρχει μια προσωπική αύρα, ειδικά από τη στιγμή που δε μιλάμε για δημοσιογραφία που βασίζεται κυρίως στη στείρα παρουσίαση των όποιων γεγονότων. Άπαξ και κάποιος είναι κλεισμένος στο σπίτι του, αφήνοντας τη ζωή να προσπερνάει, τότε δεν είναι αρθρογράφος, αλλά ένας πολύ καλός αφηγητής φανταστικών διηγημάτων.

Γιατί τα γράφω όλα αυτά; Για να γεμίσω κι εγώ ενδεχομένως με άχρηστες λέξεις το διαδίκτυο, γιατί μπορώ, γιατί το χρειάζομαι, διάλεξε και πάρε…

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.