Ποτέ μου δεν μπόρεσα να καταλάβω όλους αυτούς που με νοσταλγικό ύφος εκφράζουν την επιθυμία τους να μπορούσαν να γυρίσουν στο σχολείο. Ειλικρινά τώρα, τι βίτσια είναι αυτά που έχετε;
Δε λέω, τα παιχνίδια και οι συζητήσεις στα διαλείμματα, τα πειράγματα στη τάξη όπως και οι εκδρομές ήταν ωραίες στιγμές μα τα μαθητικά χρόνια δεν περιλάμβαναν μόνο αυτές τις στιγμές. Αν λοιπόν δεν είσαι η Λίζα Λ. Πετροβασίλη στο Χτυποκάρδια στο θρανίο να σου λείπουν η φρεσκοβαμμένη τάξη που μυρίζει ξυσμένο μολύβι, η γλυκιά (λέμε τώρα) πλήξη την ώρα του μαθήματος και τα σουσαμένια κουλούρια του μπαρμπα-Αντρέα του επιστάτη, κάνε μου τη χάρη και κάνε μια αναδρομή στο παρελθόν. Πήγαινε εκεί  που διαλαλείς πως θα ήθελες να επιστρέψεις.

Πρώτη στάση το Δημοτικό. Μια όμορφη κατά τ’ άλλα μέρα, η μαμά μου χαρούμενη, μου ανακοίνωσε πως μεγάλωσα πια και ήρθε η ώρα να μάθω να διαβάζω και να γράφω. Δεν κατάλαβα πως αυτό που κρυβόταν πίσω από αυτή τη πρόταση ήταν η φράση «τέρμα το παιχνίδι όλη μέρα».
Κάποιες από τις ώρες που ένα χρόνο πριν έκανα ποδήλατο και έπαιζα, τώρα μάθαινα πως «λ+α=λα», μετά έκανα αντιγραφή το «Λόλα να ένα μήλο» και στη συνέχεια μάθαινα να γράφω το στρογγυλό του «ρ» μέσα στις γραμμούλες και το μπαστουνάκι από κάτω. Τρελό πάρτι!

Κάθε φορά που ζήταγα να πάω να παίξω στη φίλη μου τη Μαρία, η απάντηση ήταν πως πρώτα πρέπει να τελειώσω τα μαθήματά μου. Το πρόβλημα ήταν πως ακόμα και αν εγώ είχα τελειώσει μπορεί να μην ίσχυε το ίδιο και για τη Μαρία. Δεν είχε σημασία αν βαριόμουν, ούτε που κάθε φορά που η μαμά μου έλεγε πως το «τόπι» γράφεται με το «ο» που μοιάζει με κουλουράκι,  εγώ φανταζόμουν τη μπάλα που θα έπαιζα «μήλα» .

Όσο περνούσαν τα χρόνια, η κατάσταση χειροτέρευε. Αργότερα προστέθηκαν τα μαθήματα Αγγλικών, Γερμανικών, κολύμβησης και ο Θεός να σε φυλάει τι άλλο. Το πρόγραμμά μου γέμιζε τόσο ασφυκτικά που ο ελεύθερος  χρόνος για να παίξω συνήθως ήταν μόνο το σαββατοκύριακο. Φυσικά αφού τελείωνα με τα μαθήματά μου.

Κάθε φορά που ο καταπιεσμένος μου εαυτός μπορούσε ελεύθερα να παίζει και να γεμίσει το πάτωμα παιχνίδια, έπρεπε να έχω στο μυαλό μου πως ό,τι παιχνίδι χρησιμοποιούσα θα έπρεπε να το βάλω ξανά πίσω στη θέση του, γιατί μεγάλωσα πια δεν θα μάζευε η μαμά το δικό μου δωμάτιο.

Δεύτερη στάση το Γυμνάσιο. Είχα χαρεί τόσο πολύ που θα πήγαινα γιατί ένιωθα μεγάλη και χαιρόμουν η αδαής. Δεν είχα καταλάβει πως όσο μεγαλώνω εγώ, μεγαλώνουν κι οι υποχρεώσεις μου. Τα μαθήματα στο σχολείο  δυσκόλεψαν, οι ώρες του διαβάσματος αυξήθηκαν και κάποια στιγμή ξεκίνησα και κάποια ιδιαίτερα στη Χημεία που δεν τα πήγαινα πολύ καλά. Ακόμα καλύτερο γινόταν το σκηνικό αν σκεφτείς πως έχω μικρότερα αδέρφια, τα οποία είχαν τη χάρη ενός οδοστρωτήρα αφού  περνούσαν και κατέστρεφαν τα πάντα μαζί και τα νευρά μου.

Το αποκορύφωμα ήταν οι ατέλειωτες φορές  που έπρεπε να τα διαβάσω γιατί ήμουν μεγαλύτερη. Σαν να μην έφτανε αυτό, τα χαριτωμένα αυτά πλάσματα με την ανύπαρκτη διακριτικότητα, κάθε φορά που ερχόταν μια φίλη μου στο σπίτι, μπουκάρανε στο δωμάτιο και έφευγαν μόνο με δικαστική απόφαση.
Περισσότερες ειδυλλιακές στιγμές αυτής της περιόδου εκτυλίσσονταν στο σχολείο  όταν ο φιλόλογος έπιανε τον κατάλογο με τα ονόματα μας και σταμάταγε στο δικό μου. Τίτλος στιγμής: «ο εφιάλτης στο δρόμο με τις λεύκες».

Όχι καλέ μου άνθρωπε, δε θυμόμουν τα μεγαλύτερα επιτεύγματα του Μιχαήλ Γ’ ούτε γιατί το άλογο του Μουσούλιου έπεσε κάτω και ψόφησε. Ίσως γιατί δεν είχα διαβάσει, ίσως γιατί είχα αποφασίσει να σπουδάσω μαθηματικός και μου ήταν μια εντελώς άχρηστη πληροφορία ή ίσως επειδή με έκανες να νιώθω σαν το αρνί που πάει για σφάξιμο τη στιγμή εκείνη που με σήκωνες όρθια να παπαγαλίσω ένα κατεβατό και από αυτό κρινόταν ένας βαθμός που πιθανά μου διαμόρφωνε το μέσο όρο.

Επίσης αγαπητή μου συμμαθήτρια, τα έχω και μαζί σου που είχες τσακωθεί με το σαπούνι και Μάιο μήνα καθόμουν στο θρανίο μου και μου ερχόταν λιποθυμιά από το ξεχωριστό άρωμα που υπήρχε στον αέρα. Το όνομα αυτού: «απλυσιά». Κοριτσάκι στο άνθος της ηλικίας σου ήσουν, ας έκανες ένα μπανάκι, δεν έκρυβε κανέναν κίνδυνο, αλήθεια. Ούτε κακά πνεύματα είχε το νερό.
Τρίτη και τελευταία στάση είναι το Λύκειο. Ειλικρινά τώρα, πες μου, ήρθε η ώρα, πάσχεις από πρόωρο Alzheimer; Θα ήθελες να ξαναπεράσεις τα  χρόνια του Λυκείου;

Είναι τότε που γονείς, θειάδες και γιαγιάδες όλο αγωνία ρωτάγανε σε ποια σχολή θέλω να περάσω. Είναι η περίοδος που έπρεπε να πάρω απόφαση τι θα κάνω στη μετέπειτα ενήλικη ζωή μου ενώ στην ίδια φάση, δεν μπορούσα να αποφασίσω αν προτιμώ τη Βανδή ή τη Βίσση. Είναι όλες εκείνες οι στιγμές που είχα μπροστά μου ένα ανοιχτό βιβλίο και δίπλα ένα σωρό σημειώσεις και είχα έκφραση ανθρώπου που έχει πάθει εγκεφαλικό.

Είναι τότε που διάβαζα την Ιθάκη του Καβάφη και συνειρμικά σκεφτόμουν καλοκαιρινές διακοπές σε ελληνικά νησιά. Είναι όλες εκείνες οι φορές που αρνήθηκα να πάω βόλτα με τους φίλους μου γιατί έπρεπε να διαβάσω για  τις πανελλήνιες. Είναι τα ατέλειωτα ξενύχτια διαβάζοντας αρχαία, οι χυμοί πορτοκάλι της μαμάς μου για να έχω ενέργεια, το ατελείωτο άγχος για το τι θα γίνει αν δεν καταφέρω να περάσω στη σχολή που ήθελα.

Είναι όλη εκείνη η πίεση που με έκανε να δηλώσω στους γονείς μου 4 μήνες πριν τις πανελλήνιες πως σταματάω το φροντιστήριο γιατί δε γουστάρω να διαβάζω και πως αποφάσισα να γίνω μηχανικός αυτοκινήτων. Ακόμα και αν κανείς μας δεν το πίστευε, μου ήταν αρκετό πως είχα πάντα έτοιμη την απάντηση αν άκουγα τη φράση «αν συνεχίσεις έτσι, δεν θα περάσεις πουθενά». Να σημειωθεί πως είχα την «τύχη» να ανήκω στη μια από τις χρονιές που το εκπαιδευτικό σύστημα αποφάσισε να πειραματιστεί και έδωσα Β και Γ’ Λυκείου πανελλήνιες για όλα τα μαθήματα. Όλα! Ακόμα και τα Θρησκευτικά!

Εν κατακλείδι, ίσως και να ήθελα να επιστρέψω κι εγώ στα μαθητικά τα χρόνια, αν φυσικά αυτά δεν περιλάμβαναν όλα τα παραπάνω. Όπως όλοι καταλαβαίνουμε αυτό είναι κάτι μη εφικτό. Σχολείο δεν είναι η πενταήμερη, οι φίλοι και οι πλάκες στους καθηγητές ή δεν είναι μόνο αυτά. Άγχος και υποχρεώσεις δεν έχουν μόνο οι ενήλικες, αλλά και τα παιδιά που πάνε σχολείο και είναι πολύ άδικο να το ξεχνάμε αυτό μεγαλώνοντας.

Όχι λοιπόν, δεν θα ήθελα να επιστρέψω στο σχολείο. Τέλος, επειδή με επιτυχία επέλεξα τι ήθελα να κάνω στη ζωή μου, θα ήθελα να δώσω μια απάντηση και στο άλλο μου «σημαντικό» δίλημμα,  και να δηλώσω πως αν άκουγα ακόμα Βανδή και Βίσση θα κέρδιζε η Βανδή.

Η άλλη μας φλόμωσε στο ψέμα και πήρε γενιές και γενιές στο λαιμό της. Σιγά μην έδινε τα πάντα  για να γινόταν πάλι παιδί και να βρισκόταν στις ίδιες τάξεις και στα ίδια θρανία. Άκου που σου λέω, σουξεδάκι είχε μυριστεί και εσύ το έφαγες αμάσητο το ποίημα με τα μαθητικά τα χρόνια και ζαλίζεις τώρα κι εμένα που ευτυχώς η μνήμη μου λειτουργεί ακόμα.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.