Το ξυπνητήρι χτυπάει. Κοιτάς το ρολόι, πετάς την κουβέρτα από πάνω σου και τινάζεσαι από το κρεβάτι. Βάζεις νερό να ζεσταθεί στο βραστήρα μέχρι να κάνεις ένα ντουζάκι. Κοπάνας το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού σου στο ντουλάπι της κουζίνας. Πονάς, μα δεν προλαβαίνεις να ασχοληθείς μαζί του. Έτσι συνεχίζεις το πρόγραμμα σου, κουτσαίνοντας ελαφρώς για λίγα λεπτά. Κάνεις μπάνιο κι όπως ντύνεσαι θυμάσαι πως πριν πας στη δουλειά πρέπει να βγάλεις κάτι φωτοτυπίες για το μάθημα που έχεις το απόγευμα. Αποχαιρετάς το ζεστό νερό στο βραστήρα που δεν εκπλήρωσε ποτέ την αποστολή του να γίνει καφές και φεύγεις τρέχοντας.

Σταματάς στο πρώτο μαγαζί που συναντάς κι έχει φωτοτυπικό μηχάνημα. Συνειδητοποιείς πως βρίσκονται εκεί άλλα τρία άτομα για τον ίδιο λόγο και εσύ δεν προλαβαίνεις να περιμένεις. Φεύγεις και σταματάς στο επόμενο μαγαζί. Βγάζεις τις φωτοτυπίες  και φτάνεις στο γραφείο σου. Εκεί σε περιμένει μια στοίβα χαρτιά τα οποία μόλις ήρθαν και πρέπει να τα τελειώσεις μέχρι το μεσημέρι. Φτιάχνεις έναν καφέ και ξεκινάς. Οι ώρες περνούν και ξαφνικά το τηλέφωνό σου χτυπάει. Είναι η θεία σου η Μαρίκα για να σου υπενθυμίσει  πως το απόγευμα έχει ραντεβού στις 20:00 στο γιατρό και της είχες υποσχεθεί πως θα πας μαζί της. Σχολάς από τη δουλειά στις 5, μετά έχεις γερμανικά από τα οποία τελειώνεις 19:30, επομένως αποκλείεται να προλάβετε να είστε στις 8 στο γιατρό. Σκέφτεσαι πως θα φύγεις ένα τέταρτο νωρίτερα από το μάθημα και θα τα προλάβεις όλα. 19:40 θα είσαι εκεί. Θετική σκέψη πάνω απ’ όλα.

Καταφέρνεις να τελειώσεις τη στοίβα με τα χαρτιά και έρχεται η ώρα να σχολάσεις. Φτάνεις στο φροντιστήριο των Γερμανικών μα είναι Τρίτη, τα μαγαζιά είναι ανοιχτά και δε βρίσκεις πουθενά να παρκάρεις. Για καλή σου τύχη κάποιος ξεπαρκάρει κι εσύ βρίσκεσαι στο κατάλληλο σημείο την κατάλληλη στιγμή. Η αλήθεια βέβαια είναι πως ακόμα πιο κατάλληλη θα ήταν μια θέση η οποία δε θα βρισκόταν 2 τετράγωνα μακριά από το φροντιστήριο αλλά ας μην είμαστε αχάριστοι. Βγαίνεις από το αυτοκίνητο και ως συνήθως τρέχοντας, φτάνεις στο φροντιστήριο καθυστερημένη κατά δέκα λεπτά. Η ώρα περνάει και πριν καν το καταλάβεις έχει φτάσει η ώρα να φύγεις. Εννοείται πάλι τρέχοντας.

Φτάνεις στο σπίτι της θείας σου και την παίρνεις τηλέφωνο να κατέβει. Στη διαδρομή προς το γιατρό σου λέει πως είναι πολύ θυμωμένη με τη γραμματέα του γιατί δεν έβρισκε λέει ώρα να της βάλει ραντεβού νωρίτερα με αποτέλεσμα σήμερα να κινδυνεύει να μην προλάβει το «Μπρούσκο». Την κοιτάς με απόγνωση και όσο και να θες δεν μπορείς τη δεδομένη στιγμή να συμμεριστείς τον καημό της. Θες όμως πάρα πολύ να αρχίσεις να χτυπάς το κεφάλι σου στο τιμόνι ή να γελάς υστερικά ή να σε πιάσουν τα κλάματα ή έστω να κοιμηθείς λίγο βρε αδερφέ , ή να πιείς έναν καφέ με την ησυχία σου. Δεν κάνεις τίποτα από αυτά. Τελειώνετε νωρίς απ’ το γιατρό, η θεία προλαβαίνει σχεδόν το μισό επεισόδιο και της περνούν τα νεύρα. Εσύ έχεις φτάσει σπίτι σου και τσιμπολογάς ό,τι βρεις μπροστά σου καθώς είσαι ένα βήμα πριν τη λιποθυμία από την πείνα. Δεν προλαβαίνεις να μαγειρέψεις κάτι της προκοπής καθότι πρέπει να κάνεις μια εργασία για το μεταπτυχιακό και έχεις πολύ διάβασμα και καθόλου χρόνο για χάσιμο. Καταλήγεις να κοιμηθείς  πάνω στο γραφείο σου, με το λάπτοπ αγκαλιά. Ο αυχένας και η μέση σου υποφέρουν. Έτσι κάποια στιγμή ξυπνάς και μεταφέρεσαι στο κρεβάτι σου, για λίγο φυσικά καθότι όπου να ‘ναι πάλι θα χτυπήσει αυτό το άθλιο ξυπνητήρι.

Κάπως έτσι κυλούν οι μέρες σου. Τις γεμίζεις τόσο πολύ που κάθε μέρα έχεις το φόβο μιας πιθανής έκρηξης. Είναι σαν ο κενός χρόνος να σου φαίνεται χαμένος χρόνος. Όλη μέρα τρέχεις. Να προλάβεις. Μη τυχόν και σου ξεφύγει καμιά στιγμή και περάσει ανεκμετάλλευτη. Ακόμα και ο ύπνος είναι για σένα χάσιμο στιγμών. Περισσότερος ύπνος, λιγότερη ζωή, όπως λένε. Το θέμα φυσικά είναι να είσαι ευτυχισμένος κι η ευτυχία είναι κάτι καθαρά υποκειμενικό.

Οι ρυθμοί της ζωής μας είναι σίγουρα γρήγοροι και  πολλές φορές για να προλάβεις πρέπει να τρέξεις. Αν τρέχεις όμως συνέχεια, προλαβαίνεις τελικά να δείς τις εικόνες που περνούν από δίπλα σου; Τις ζεις τις στιγμές; Ή μήπως τελικά γίνονται όλα τόσο γρήγορα που αντί να ζεις όλες τις στιγμές απλά τρέχεις να τις προλάβεις χωρίς ποτέ να τις φτάνεις; Όταν έχεις τόσο φορτωμένο πρόγραμμα και τόσες ανοιχτές υποχρεώσεις προλαβαίνεις να σκεφτείς; Ή μήπως τελικά ο στόχος είναι να μην προλαβαίνεις να σκέφτεσαι; Ο χρόνος σε κυνηγάει και θες να του ξεφύγεις ή τον κυνηγάς;

Εύχεσαι η μέρα να είχε άλλες οχτώ ώρες. Θεωρώντας πως αυτό θα σου έλυνε το πρόβλημα.  Αγνοώντας πως πάλι δε θα προλάβαινες. Πάλι θα φρόντιζες να γεμίσεις όλες σου τις ώρες και ό,τι και να γίνει ποτέ δε θα σου έφταναν. Υπάρχουν χιλιάδες πράγματα που μπορούμε να ασχοληθούμε μα δε γίνεται να ασχοληθούμε με όλα. Μπορούμε να κάνουμε όσο περισσότερα προλαβαίνουμε. Μα αν δεν έχουμε χρόνο να σκεφτούμε, πως θα συνειδητοποιήσουμε με ποια πρέπει να ασχοληθούμε για να είμαστε ευτυχισμένοι;

Τίποτα δεν είναι άλλωστε πραγματικά σπατάλη χρόνου, όταν το απολαμβάνεις. Γι’ αυτό πρέπει να μπορούμε να ξεκουραζόμαστε, να διασκεδάζουμε, να χαλαρώνουμε κάποιες στιγμές, χωρίς τύψεις. Δεν χάνεις έτσι στιγμές, προσθέτεις.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.