Βρήκατε άνθρωπο να σας μιλήσει για τα πιο αγαπημένα του, τα πιο αστεία του, τα πιο περίεργα Χριστούγεννα της ζωής του. Εγώ, παιδάκι μου, όλα τα Χριστούγεννα τα αγαπώ. Είμαι χριστουγεννολάγνα. Εάν υπήρχε δηλαδή τέτοια λέξη, αυτό θα ήμουνα. Είμαι εθισμένη ως το κόκκαλο με αυτή την εποχή του χρόνου.

Δεν είναι τόσο τα δέντρα, τα στολίδια και τα φωτάκια που με τρελαίνουν. Είναι αυτή η αίσθηση της ζεστασιάς που αποπνέουν όλα τα σπίτια στο εσωτερικό τους. Λες και τα πάντα, άνθρωποι, ζώα, πράγματα, παίρνουν άδεια απ’ τη σημαία και για αυτό το χρονικό διάστημα κάτι απροσδιόριστο αλλάζει.

Με κόπο ξεχώρισα μια ιστορία να σου διηγηθώ που έχει για μένα σημασία να τη διαβάσεις. Δεν με νοιάζει πόσο γρήγορα θα την ξεχάσεις. Με νοιάζει που όσο τα μάτια σου διαβάζουν αυτές τις σειρές, θα νιώσεις λίγη απ’ τη ζεστασιά που θέλω να σου δώσω.

Εσύ θα ζεσταθείς, γιατί εγώ τότε κρύωνα σαν να μην υπάρχει αύριο. Κι αν είχες κάνει γιορτές κι εσύ στις ξακουστές Παπαδάτες Αιτωλοακαρνανίας θα το θυμόταν το κοκαλάκι σου. Πίστεψέ με. Από εκεί κρατάει η σκούφια μου κι εκεί διαδραματίστηκε η ιστορία μας λίγα χρόνια πριν.

Όποιος είναι από χωριό και η τουαλέτα του είναι στην αυλή, ξέρει πως η βαλίτσα γεμίζει από ό,τι θα έπαιρνες μαζί αν πήγαινες στις Άλπεις. Ό,τι μάλλινο, γούνινο και χνουδωτό υπάρχει στη ντουλάπα σου, επιστρατεύεται για να αντέξεις τις χαμηλές θερμοκρασίες. Εμείς, λοιπόν, εκείνη τη χρονιά πήραμε όλα τα παραπάνω μαζί με μια φορεσιά υπερπαραγωγή καθότι είχαμε αρραβώνα κι έπρεπε να είμαστε στολισμένοι και λαμπεροί.

Στο χωριό ζούσαν ο παππούς και η γιαγιά μου. Εκείνες τις μέρες ζούσαμε κι όλοι οι υπόλοιποι και ήταν τέτοια η χαρά των παππούδων που νόμιζες πως κέρδισαν τουλάχιστον δέκα χρόνια ζωής. Η μεγάλη μέρα έφτασε και το κρύο θέριζε κανονικά. Το τζάκι έκαιγε από νωρίς και οι ετοιμασίες έδιναν κι έπαιρναν.

Άλλος καθάριζε, άλλος μαγείρευε, άλλος διακοσμούσε, άλλος έκανε σχέδια στις χαρτοπετσέτες. Ο καθένας είχε κι από ένα πόστο. Μόνο ο παππούς και η γιαγιά είχαν περισσότερα. Εκείνοι πρόσφεραν χείρα βοηθείας σε όποιον έδειχνε να ζορίζεται λίγο παραπάνω και πραγματικά καμάρωνες τη διάθεση και την ενέργεια τους. Λες και η δική τους γενιά είχε το χάρισμα να μην κουράζεται όσο περνούν τα χρόνια.

Ο αρραβώνας έγινε το βράδυ. Αρκετοί οι καλεσμένοι, σύσσωμη η οικογένεια, άπειρες οι ευχές. Το θερμόμετρο έξω έδειχνε μείον και το σπίτι θα ορκιζόσουν πως είχε καύσωνα. Κάποιος θείος ντύθηκε άγιος Βασίλης και μοίρασε δώρα, η μουσική γέμιζε το χώρο και το ποτό έκανε το εύθυμο κλίμα ακόμη πιο εύθυμο. Όλοι μιλάνε με τα καλύτερα λόγια για εκείνη τη μέρα. Όλοι πέρασαν καλά και πιο καλά οι μεγαλύτεροι. Εκείνοι που δεν ήταν συνηθισμένοι σε μεγάλες γιορτές και που ίσως καταλάβαιναν πως μειώνονται οι ευκαιρίες για να ξαναπεράσουν τέτοιες μέρες με όλους εμάς. Ο παππούς και η γιαγιά.

Κι αν ξέραμε τι θα ακολουθούσε ίσως να τα είχαμε κάνει όλα αλλιώς. Ίσως δεν ήταν όλα τόσο όμορφα, ίσως κάτι να έλειπε, ίσως κάτι να ήταν διαφορετικό. Αν ξέραμε πως θα χάναμε τους παππούδες λίγο καιρό μετά, ξαφνικά κι απροειδοποίητα, ίσως τους λέγαμε περισσότερα, ίσως κάναμε για εκείνους περισσότερα, ένα σωρό ίσως που θα μείνουν για πάντα ίσως.

Κι αν όσα διάβασες δε σου είπαν και τίποτα ιδιαίτερο, θα συμφωνήσω μαζί σου. Κι εγώ το ίδιο θα σου έλεγα τότε. Σήμερα που ξέρω καλύτερα, σου λέω πως ήταν οι καλύτερες και οι τελευταίες γιορτές που τα πρόσωπα ολωνών ήταν πραγματικά ευτυχισμένα. Βλέπεις ήταν και οι τελευταίες που ήμασταν όλοι μαζί σαν οικογένεια. Ήταν οι καλύτερες γιατί δεν ξέραμε πως θα ήταν και οι τελευταίες. Ήταν και οι μόνες που έχουμε βιντεοσκοπήσει για να τις θυμόμαστε κι ας μην έχει δει κανένας μας εκείνη την κασέτα μέχρι σήμερα.

Προτιμάμε να ζούμε με τη μνήμη τους.

Για εκείνους που τόσο λείπουν με την ευχή να μη σας λείπει κανείς αυτές τις μέρες.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.