Περνάει η μέρα χωρίς να το καταλάβεις. Τι τα θες; Έτρεξες πάλι κατοστάρι για να τα προλάβεις όλα. Υποχρεώσεις, δουλειές, υπηρεσίες. Να είσαι φίλος, σύντροφος, συνεργάτης. Να προλάβεις πριν σε προλάβουν. Άντε να ‘φαγες κανένα κουλούρι, κανένα τοστ, κανένα φαγητό για να μη σε κόψει η λόρδα και να σε αντέξουν τα πόδια σου μέχρι να τελειώσεις όσα έχουν τον ατελείωτο.

Βράδιασε δίχως να καταλάβεις και πολλά. Γύρισες, έκανες το μπανάκι σου και είπες να χαλαρώσεις σαν άνθρωπος κι εσύ. Να βάλεις τις πυτζάμες σου, τις παντόφλες σου και να ευχαριστηθείς το σπίτι σου. Νισάφι με όλη τη βαβούρα. Πρέπει να ηρεμήσεις, να ανασυγκροτηθείς, να πάρεις δυνάμεις.

Κάπου εκεί ανάμεσα στο πρώτο χασμουρητό και στο πρώτο χάσιμο της επαφής με το περιβάλλον, ακούς ένα θόρυβο. Μην μπήκαν οι Γερμανοί στην πόλη; Μην είναι θεριό; Μήτε το ένα, μήτε το άλλο. Η κοιλιά σου είναι, που σου υπενθυμίζει πως είναι εκεί ενωμένη, δυνατή κι έχει ανάγκες.

Στην αρχή αδιαφορείς. Δεν πρέπει να την ακούσεις. Δεν πρέπει να υποκύψεις στις ορέξεις της. Πίνεις λίγο νερό, στριφογυρνάς, τσεκάρεις τις ειδοποιήσεις σου, βλέπεις κανένα γκομενάκι μπάνικο για να θυμηθείς πως θέλεις να γίνεις. Όλα πάνω σου πρέπει να γίνουν σφιχτά και γυμνασμένα. Ακούς κοιλιά; Εμ, δεν ακούει η άτιμη.

Το πρόβλημα εκείνες τις ώρες είναι πως άπαξ και σου καρφωθεί η σκέψη πως πεινάς, δεν ξεκουνάει απ’ το κεφάλι σου μήτε με επέμβαση. Κολλάει το μυαλό κι αρχίζει να σκανάρει νοητά τι υπάρχει διαθέσιμο στην κουζίνα. Κάνει πρώτα ένα πέρασμα απ’ το ψυγείο κι αν δε βρει κάτι ενδιαφέρον αρχίζει και φλερτάρει ακόμη και με τα προπέρσινα γλυκά του κουταλιού. Έπειτα πάει στα ντουλάπια. Λες να ‘χει τίποτα εκεί; Φακές, ρεβίθια, φασόλια απορρίπτονται. Όσο δε βρίσκει κάτι νόστιμο να του κάνει κλικ, συνεχίζει να ψαχουλεύει.

Οι μεταμεσονύκτιες λιγούρες είναι η μεγαλύτερη απόλαυση και η πιο νόστιμη αμαρτία. Κανείς δε ψάχνει το μαγειρευτό που έμεινε απ’ το μεσημέρι. Όλοι θέλουν εκείνο το κάτι, γλυκό ή αλμυρό που μάταια παλεύουν να του αντισταθούν. Όλες εκείνες τις νόστιμες βλακείες που ενώ ξέρεις πως δεν σου προσφέρουν τίποτα, κάνεις σα λυσσασμένος για να τις φας. Σοκολάτες γάλακτος, γεμιστές με λογής καλούδια, μπισκότα, πατατάκια, πακοτίνια, πίτσα, σουβλάκια, «βρώμικα», κρέπες, βάφλες, παγωτά σχηματίζουν ένα σύννεφο πάνω απ’ το κεφάλι σου. Τα θέλεις όλα και τα θέλεις τώρα.

Δεν υπάρχει περίπτωση να υπάρχουν στο σπίτι και να μπορέσεις να κρατήσεις χαρακτήρα. Να πάει στον αγύριστο και η κυτταρίτιδα, και η κοιλίτσα και ο Σάκης και η Κούλα που σε θέλουν με προδιαγραφές μοντέλου. Εδώ μιλάμε για κατάσταση εκτάκτου ανάγκης. Δε χωράνε συμβιβασμοί. Άλλωστε, μια ζωή την έχουμε. Δεν υπάρχει λόγος να καταπιεζόμαστε.

Αυτά τα λες τώρα που είσαι εκτός ελέγχου και λογικής. Αύριο θα ορκιστείς πως δε θα ξαναγίνει. Μα θα ξαναγίνει και θα πεις κι ένα τραγούδι. Διότι όσο και να ‘χεις φάει νωρίτερα, όσο και να έχεις μπει σε πρόγραμμα, πάντα εκεί, λίγο προτού παραδοθείς στην αγκαλιά του Μορφέα, θα θέλεις κάτι για τη λιγούρα. Δε φταις εσύ, η λιγούρα φταίει. Εκείνη που δεν έχει ούτε ιερό, ούτε όσιο και ποτέ δεν πρόκειται να ευχαριστηθεί με λίγο καρότο κι αγγούρι. Θέλει τα τριγλυκερίδια της, θέλει τη γλύκα της και τη νοστιμάδα της. Τη θέλει και θα την πάρει. Κι εσύ πάντα θα τρως αυτά που λαχταράς ό,τι ώρα κι αν δείχνει το ρολόι, γιατί η ζωή είναι πάντα πιο εύκολη όταν υποκύπτεις στους πειρασμούς της νύχτας.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.