Η Αθήνα είναι μια πόλη τριών εκατομμυρίων κατοίκων. Υπολόγισε ότι, λίαν επιεικώς, σε καθημερινή βάσημ εργάζονται οι μισοί. Είπαμε, λίαν επιεικώς. Αυτοί οι μισοί για να εργαστούν θα ξεχυθούν στους δρόμους σαν σμήνη μελισσών όλες τις ώρες της μέρας.

Γιατί ο Αθηναίος δεν είναι ο κλασσικός τύπος που θα βαρέσει κάρτα στο γραφείο 8.30 ακριβώς. Μιλάμε για χιλιάδες επί χιλιάδων που τα ωράρια της εργασίας τους μπορεί να ξεκινούν από πολύ νωρίς το χάραμα μέχρι πολύ αργά τη νύχτα.

Οποιαδήποτε στιγμή αποφασίσεις να βγεις έξω αποκλείεται να συναντήσεις μια άδεια πόλη. Φούρνοι, σουπερμάρκετ, τράπεζες, λεωφορεία, δρόμοι, μαγαζιά, θα έχουν κόσμο. Θες δε θες.

Οποιαδήποτε στιγμή και να δώσεις ένα ραντεβού θα σπάσει ο διάολος το πόδι του και θα συμβούν όλα τα κακά και τα ανάποδα.

Γιατί; Τι γιατί; Θέλει κι ερώτημα; Γιατί ο Αθηναίος, κατά τη γνωστή παροιμία, ή από άγχος θα πάει ή από πέσιμο.

Όσοι ζουν σ’ αυτή τη πόλη, έχουν κάνει το άγχος δεύτερη φύση τους και η καρδιά τους χορεύει ταμπούρλο ολημερίς.  Εδώ, μήτε οι ώρες της μέρας μήτε της νύχτας φτάνουν, για να είσαι σωστός στις υποχρεώσεις σου.

Κι εσύ προσπαθείς, τρέχεις σα το Βέγγο, την ιδρώνεις τη φανέλα, γίνεσαι λάστιχο αλλά πάντα αργείς.

Στήνεις κόσμο, καθυστερείς σε ραντεβού και δε φταις κιόλας. Οι δικαιολογίες πάντα παρόμοιες: «Είχε κίνηση, έχασα το λεωφορείο, δεν έβρισκα πάρκινγκ, πηδήχτηκε το σύμπαν.»

Όλοι νομίζουν πως λες ψέματα αλλά η αλήθεια είναι πως φταίει η σκατόπολη που σου πίνει το αίμα.

Εσύ έχεις όλη τη καλή διάθεση να είσαι στην ώρα σου, σωστός Εγγλέζος.

Ξυπνάς και πριν το καταλάβεις τα βήματα σου μεγαλώνουν σα να σε κυνηγάνε. Γυρνάς πίσω. Δεν είναι κανείς. Μόνο οι δείκτες του ρολογιού σου που τρέχουν πιο γρήγορα από σένα.

Κι εσύ τρέχεις να προλάβεις ότι μπορείς. Τρέχεις να πιεις καφέ, τρέχεις να κάνεις ένα τσιγάρο, τρέχεις να τα κάνεις και τα δυο πριν βγεις απ’ το σπίτι  μη τυχόν και σε πιάσει χέσιμο κατά μεσής του δρόμου και δεν έχεις που να πας.

Κι έπειτα, άντε να ντυθείς, να στολιστείς, να προλάβεις το τρένο, το μετρό, το τραμ· που ως δια μαγείας φτάνει πάντα όταν είσαι δέκα μέτρα πριν τη στάση. Τρέχεις, πάλι, γιατί αν το χάσεις, θα φτάσεις μεθαύριο στη δουλειά.

Αν πάλι έχεις αμάξι, μη χαίρεσαι. Κι εσύ μεθαύριο θα φτάσεις γιατί όλο και κάποιο φανάρι θα ‘χει χαλάσει, κάποια διαδήλωση θα γίνεται, κάποια βροχή θα ‘χει πιάσει και όλοι οι δρόμοι που επιλέγεις θα είναι μποτιλιαρισμένοι.

Παράλληλα, θα απαντήσεις λαχανιασμένος σε δέκα τηλέφωνα. Σε όλα θα πεις: «Σε 5΄είμαι εκεί» και όλοι ξέρουμε πως αυτό είναι ψέμα. Γιατί, έστω ότι φτάνεις στην ώρα σου, το αμάξι που θα το βάλεις; Στο κεφάλι σου; Όχι. Θα κατεβάσεις όλα τα θεία από τα ουράνια μέχρι να βρεις θέση, εκτός κι αν είσαι σωστός Αθηναίος κι έχεις smart.

Στη δουλειά θα τρέξεις γιατί έτσι. Γιατί το αφεντικό σου γκρινιάζει, γιατί τα κάνεις όλα τελευταία στιγμή, γιατί τα καθήκοντά σου απαιτούν πέντε πόδια και είκοσι χέρια, γιατί γι’ αυτό σε πληρώνουν· για να τρέχεις.

Μετά το τέλος του ωραρίου σου, αν έχεις ακόμη αντοχές, θα θες να βγεις μια βόλτα. Θα επαναλάβεις την άνωθεν διαδικασία για τη μεταφορά σου και θα σου βγει η βόλτα απ’ τη μύτη.

Αν επιλέξεις να γυρίσεις σπίτι, σε περιμένουν άλλου είδους βάσανα. Θα τρέξεις να μαζέψεις παιδιά, σκυλιά, γατιά, να ανάψεις θερμοσίφωνα, να μαγειρέψεις, να σιδερώσεις, να κλείσεις θερμοσίφωνα, να κάνεις μπάνιο, να πλύνεις τα πιάτα, να πλύνεις τα δόντια και να πέσεις εξουθενωμένος στο κρεβάτι.

Τι θες εσύ σ’ αυτή τη πόλη; Όσες φορές κι αν σκέφτηκες να φύγεις, η Αθήνα έχει τον τρόπο της να σε κρατάει. Σα γυναίκα που σ’ έχει βάλει στο βρακί της. Είναι μυστήρια, γοητευτική και κάνει την καρδιά σου να χτυπάει γρήγορα.

Λίγο πριν σε πάρει ο ύπνος με ανοιχτό το στόμα αποφασίζεις πως αύριο θα ξεκινήσεις 10 λεπτά νωρίτερα. Θα τα προλάβεις όλα. Δε θ’ αργήσεις. Και όλοι ξέρουμε πως αυτό είναι ψέμα.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.