Πακετάρεις όπως όπως. Καιρό τώρα φαντάζεσαι τις μέρες που θα ξεφύγεις από τη ρουτίνα της πόλης και θα βρεθείς στο χωριό της καταγωγής σου. Πάσχα έρχεται. Πού να πας; Γίνεται Πάσχα χωρίς την οικογένεια; Αυτές δεν είναι μέρες για φίλους και γκόμενους. Είναι μέρες που μπορείς να χαρείς (ή και όχι) αυτούς που σου στείλε η τύχη για συγγενείς.

Φορτώνεις το αμάξι σα γαϊδούρι με όλα τα απαραίτητα. Βαλίτσες, σάκοι, τσαντούλες, τσουρέκια, λαμπάδες, κρεμάστρες με το κοστούμι το καλό -αυτό που βγαίνει απ’τη ντουλάπα μόνο για καλές περιπτώσεις και για κανα γαμό καμιάς μακρινής ξαδέλφης- και βγαίνεις στην εθνική αγκομαχώντας. Νιώθεις σαν το «ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ- ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ- Ο ΜΠΑΜΠΗΣ» και κάνεις το σταυρό σου να φτάσεις σήμερα.

Όλοι την ίδια φαεινή ιδέα με σένα είχαν. Να ξεκινήσουν το ταξίδι τους την ίδια ώρα. Δε πειράζει. Θα το απολαύσεις. Άλλωστε έχεις όλα τα απαραίτητα για να επιβιώσεις μέχρι και από πυρηνική καταστροφή. Φρόντισε η μάνα σου γι ‘αυτό που σε ρωτάει κάθε τρεις και λίγο αν θέλεις κάτι να φας. Ολοένα βγάζει φαγώσιμα από κείνη την τσάντα που στρίμωξε στα πόδια της. Κουλούρια, σταφιδόψωμα, κριτσίνια, νερό. Ούτε φαντάζεσαι τι μπορεί να στριμώξει η ελληνίδα μάνα μέσα σε ένα χώρο δύο επί δύο.

Μετά από ώρες, πολλές ώρες φτάνετε στο χωριό. Το σόι όλο είναι σε ετοιμότητα. Πέφτει πάνω σας, σας φιλάει, σας αγκαλιάζει και ξεφορτώνει το αυτοκίνητο με ταχύτητα που δεν φανταζόσουν. Εσένα σου πήρε τόση ώρα να τα μεταφέρεις. Αυτοί πως τα πήραν όλα τόσο γρήγορα;

Κι αρχίζει το σόου. Ερωτήσεις επί ερωτήσεων. Τι ώρα φύγατε; Ήταν καλό το ταξίδι; Είχε κίνηση; Πεινάτε; Αδυνάτισες; Γιατί αδυνάτισες; Εσύ παράλληλα αδειάζεις τα καλούδια που έφερες σε όλους. Ποτέ κανείς δε πάει στο χωριό με άδεια χέρια. Πρέπει να προσφέρει το κάτιτις του στους συγγενείς λες κι αρριβάρισε η θεία απ’ το Σικάγο. Ακολουθούν ευχαριστήρια λογύδρια του τύπου: δεν έπρεπε να ξοδευτείτε, απ’ όλα έιχαμε, τι πήγατε και κάνατε και ξανα-μανα αγκαλιές και φιλιά.

Απ’ τη στιγμή που πατάς το πόδι σου εκεί, δε καταλαβαίνεις πως περνάει η ώρα. Θα πιεις καφέ, θα πεις μια κουβέντα, θα ‘ρθει ένας συγγενής να σε δει, θα πιείς χυμό, θα δεις δυο ξαδέλφια, θα φας ένα γλυκό, θα ‘ρθει μια αδελφή του πατέρα της μάνας της γιαγιάς σου να σε καλωσορίσει και ούτω καθεξίς. Κοινώς θα πίνεις, θα τρως και θα μιλάς. Θα κάνεις ένα διάλλειμμα για εκκλησία και ξανά προς τη δόξα τραβάς.

Μέχρι που ξημερώνει ο Θεός τη Κυριακή κι αρχίσουν τα γλέντια. Ξυπνάς κι έχουν όλοι μαζευτεί. Κάρβουνα, φωτιά, σούβλες και κλαρίνα στη διαπασών. Πριν προλάβεις να νιφτείς δύο θείες έρχονται καταπάνω σου και σου χώνουν μια κουταλιά τζατζίκι στο στόμα για να δεις αν πέτυχε. Παράλληλα φιλάς ένα τριτοξάδελφο που πέρασε να πιει ένα κρασί και θέλει να μάθει νέα σου. Παρακαλάς για ένα καφέ μπας κι ανοίξει το μάτι και καταφέρεις να διαχειριστείς τη κατάσταση.

Και να σου τα «γειά μας» και να σου οι χοροί και να σου οι πετσούλες που τιμώνται από όλους. Μέχρι να στρωθεί τραπέζι έχετε χορτάσει. Κρασί και μπίρα έχουν τη τιμητική τους. Αυγά σπάνε σαν να μην υπάρχει αύριο. Χριστός Ανέστη, Αληθώς ο Κύριος και πάντα νικητής βγαίνει ο πονηρός που έχει το καλύτερο αυγό. Παραδεχτείτε το. Έχετε κι εσείς ένα θείο που σας σπάει τα νεύρα γιατί κάθε χρόνο φροντίζει να έχει ένα ειδικό αυγό που σπάει όλα τα άλλα. Από φραγκόκοτα!

Το απόγευμα βρίσκει τις γυναίκες να πλένουν, τους άντρες μεθυσμένους και τους υπόλοιπους κοιμισμένους. Κουτσομπολιό και κουβεντούλα δίνουν και παίρνουν. Ποιος χώρισε, τι φόρεσε η τάδε στην Ανάσταση και πόσο πάχυνε η δείνα. Κι όσο κι αν το παίζεις πρωτευουσιάνος, στήνεις αυτί να ακούσεις, γιατί όλοι κρύβουμε έναν κουτσομπόλη μέσα μας.

Η συνέχεια γνωστή. Αυγά, αρνιά, τσουρέκια και λοιπά απομεινάρια αμπαλάρρονται και φορτώνονται στο αμάξι που ξεκινάει πιο φορτωμένο απ’ ότι ήρθε γιατί κι εσύ, εδώ που τα λέμε, φεύγεις τρία κιλά βαρύτερος και τόνους πιο ευτυχισμένος.

Εσύ ακόμη να ετοιμάσεις βαλίτσα;

Καλό Πάσχα και του χρόνου με υγεία!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.