Τι είναι τελικά η υιοθεσία; Είναι μία θεάρεστη πράξη στην οποία εκουσίως προσφεύγουμε ή μία λύση ανάγκης στην οποία αναγκαστικά καταλήγουμε; Ο κόσμος υιοθετεί διότι αντιλαμβάνεται τη σπουδαιότητα μίας τέτοιας απόφασης και επιθυμεί να την υποστηρίξει ή διότι, απογοητευμένος από τις άκαρπες προσπάθειές του, δεν έχει άλλο τρόπο ώστε να αφήσει τους απογόνους του;

Ως προς τη φύση της η υιοθεσία αποτελεί ίσως μία από τις σπουδαιότερες εκφάνσεις της ανθρώπινης αγάπης. Ένας άνθρωπος ξένος να γίνεται δικός σου. Η φυσική ροή να αντικαθίσταται από μία δαιδαλώδη γραφειοκρατία και αυτό καθόλου να μη σε πτοεί. Οι 9 μήνες να γίνονται χρόνια, μα να μην υπολογίζεις ούτε τα δάκρυα της αποτυχίας, ούτε την απόγνωση των εκάστοτε απορρίψεων σου ως «ικανού γονέα» από παντογνώστες υπαλλήλους. Να τα υπομένεις όλα για εκείνη τη στιγμή που θα κρατήσεις στα χέρια το παιδί σου.

Άρα λοιπόν, κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι άπαξ και παρθεί η απόφαση της υιοθεσίας είτε από ένα ζευγάρι είτε από έναν άνθρωπο μόνο του, αυτή συγκροτεί μία συνειδητή επιλογή που μόνο σεβασμό μπορεί να εμπνεύσει σε όποιον τρίτο παρατηρεί. Το ζήτημα είναι, εάν η φύση της πράξης καθεαυτής ως πολύτιμης αρκεί, ώστε να χαρακτηρίσει και τα αρχικά της κίνητρα, ή καλύτερα τους αρχικούς πυλώνες διαλογής της, ως τέτοια -δηλαδή ως αγνά και πολύτιμα.

Η πράξη λέει, ότι η πλειοψηφία δεν τοποθετεί ως πρώτη επιλογή της την υιοθεσία ενός παιδιού, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι το πρώτο. Οι λόγοι πολλοί. Οι χρονοβόρες διαδικασίες και το αντίστοιχο ψυχοφθόρο άλγος που αυτές επιφέρουν στον υποψήφιο γονέα, τα παρωχημένα στερεότυπα που ακόμη επικρατούν, αλλά και η απολύτως κατανοητή λαχτάρα των ανθρώπων να ζήσουν τη γονεϊκότητα ατόφια, όπως μας τη δίδαξε η φύση, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει να γεμίσουν τους οργανισμούς τους με πλήθος επικίνδυνων ορμονών.

Αντίθετα υπάρχουν και κάποιοι λίγοι, που δε χρειάζονται καμία δυσχέρεια τεκνοποίησης, κανένα βιολογικό πρώτο παιδί, ώστε να βάλουν στο χάρτη των επιλογών τους την υιοθεσία. Την ακολουθούν δίχως πρότερες προϋποθέσεις. Όμως είναι λίγοι, κι αυτό δίνει όλο και μεγαλύτερο προβάδισμα στο να εκλάβουμε την τεκνοθεσία περισσότερο ως μία πράξη απελπισίας παρά ως ένα εξ αγαθής προθέσεως επιλεγόμενο έργου.

Το ότι έχει δηλαδή όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που την καθιστούν πράξη ζωτική για τον υιοθετούμενο και θαυμαστή για τον υιοθετούντα, δε σημαίνει πως γι’ αυτό επιλέχθηκε. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς η δυσκολία, η απογοήτευση και πολλές ήττες οδήγησαν τους περισσότερους σ’ αυτήν, και όχι το βαρυσήμαντο περιεχόμενο της. Όλα τ’ άλλα σκοπό έχουν να αποφορτίσουν τον αρνητισμό των εμπλεκομένων και των γύρω τους, ίσως αναπληρώνουν συμπλέγματα, ίσως να εξισορροπούν την αρχική αδυναμία με μία ηρωική ισχύ, να προσφέρουν μία ταυτότητα ενθεότητας στην επιλογή τους, την οποία να έχουν ανάγκη για να εξασφαλίσουν δύναμη και αντοχή.

Προφανώς σκοπό δεν έχω να πω πως οι άνθρωποι που τελικά υιοθετούν δεν το θέλουν ή πως δεν είναι ικανοί να αγαπήσουν και να μεγαλώσουν ένα παιδί που δε γέννησαν. Κάθε άλλο. Το να φτάσεις να αποφασίσεις κάτι τέτοιο, ακόμα κι αν αυτός δεν ήταν ο ιδανικότερος τρόπος με τον οποίο φανταζόσουν ποτέ ότι θα αποκτήσεις παιδί, είναι εξίσου σπουδαίο. Διότι υπάρχουν και πολλοί που για οποιονδήποτε προσωπικό τους λόγο, απορρίπτουν την ιδέα. Προτιμούν να δεχτούν στωικά το γεγονός ότι δε θα γίνουν ποτέ γονείς και ούτε αυτούς μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει.

Αυτό που θέλω όμως να πω, είναι πως θα έπρεπε να μας φτάνει το αντικειμενικό γεγονός του ότι έγινε, και καμία αυτομομφή ή ενδοιασμό να μην προσπαθούμε να αναπληρώσουμε εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Γιατί δεν υπάρχει καμία κατωτερότητα για να υποκατασταθεί. Αυτός που υιοθετεί, είναι ένας μικρός ήρωας. Και δε χρειάζεται καμία περαιτέρω επικύρωση το αξιόλογο. Είτε το θέλησες από την αρχή είτε μετά, είτε αντιμετώπισες το ενδεχόμενο με χαρά είτε με λύπη, σημασία έχει ότι τελικά το διάλεξες. Τα υπόλοιπα, είναι για όσους κατά βάθος δε συμφωνούν και διόλου δε θαυμάζουν μία τέτοια πράξη. Και χρειάζονται γαρνιτούρες, εγκώμια αρετής, ριπές συγχαρητηρίων και πιστοποιήσεις παλληκαρίσιων υπογραφών, ώστε τελικά κάπως να χωνέψουν το «κακό» που τους βρήκε.

Προσωπική μου άποψη είναι πως όλα αυτά απορρέουν από το γεγονός ότι σ’ αυτήν εδώ τη χώρα, δεν μπορούμε ακόμα να αντιληφθούμε τη φυσιολογικότητα της υιοθεσίας. Δεν τη συμπαθούμε. Αν το κάναμε, δε θα της απονείμαμε καμία αποτίμηση. Όπως δεν απονείμουμε σε κάθε τι που θεωρούμε φυσικό. Απλώς θα συνέβαινε. Έχετε ακούσει κανέναν να λέει «Μπράβο ρε Τάκη που γκάστρωσες τη Δήμητρα, θεάρεστο έργο η τεκνοποίηση!»; Όχι, γιατί δεν έχουν την ανάγκη να το πουν, να το ακούσουν, να υπνωτίσουνε διαχωρισμούς. Κι αυτό φαίνεται πολύ περισσότερο από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η υιοθεσία από την πολιτεία. Το κράτος σαν να μη θέλει σπέρνει συνεχώς εμπόδια με άλλοθι την προστασία του παιδιού, καταλήγοντας στο λογικώς παράδοξο τελικά να απελπίζει τους ενδιαφερόμενους, ακόμα και όταν πληρούν ό,τι απαιτείται. Πράγμα που καθόλου δε συμβαίνει στις αληθινά πολιτισμένες χώρες.

Η υιοθεσία δεν είναι ούτε έργο επί γης αγίων, ούτε καταφύγιο απελπισμένων. Δεν είναι αυτή μία πράξη από αυτές που εξηγούνται, που βαθμολογούνται και που αναλύονται. Είναι ο μόνος τρόπος να αφήσουμε στον κόσμο αυτόν εδώ το αποτύπωμα πως μερικά πράγματα αρκεί απλώς να γίνουν. Χωρίς υψωμένα γύρω δάχτυλα που να μας λένε μπράβο ή να μας χτυπούν φιλικά την πλάτη με οίκτο.

Γεννήσαμε, κυρίες και κύριοι. Δεν πήραμε, ούτε σώσαμε. Απλώς το δικό μας το παιδί δε βγήκε από το «Ιασώ», βγήκε από το «Μητέρα». Ε και τι;
 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.