Ποδόσφαιρο. Το όπιο του λαού για πολλούς. Για ‘μένα κανείς δεν έβαλε με το ζόρι κάποιον να παρακολουθήσει ποδόσφαιρο, κανείς δεν μπορεί να κατευθύνει τη μάζα τόσο περίτεχνα έτσι ώστε να παθιάζεται με κάτι που δεν της αρέσει, δεν ευχαριστιέται με αυτό. Οπότε μάλλον οι πολίτες διάλεξαν το ποδόσφαιρο παρά το ποδόσφαιρο τους πολίτες. 

Άλλωστε, μιλάμε για τέχνη. Μιλάμε για 22 αρτίστες μέσα στον αγωνιστικό χώρο, ο καθένας καλός στο δικό του τομέα. Φαντάσου μια μεγάλη σκηνή με 22 καλλιτέχνες απ’ όλο το φάσμα των θεαμάτων, από τραγουδιστές, συνθέτες, ηθοποιούς, μέχρι ποιητές, συγγραφείς λογοτεχνικών κειμένων και στιχουργούς. Θα μπορούσαν να συνυπάρξουν; Όχι. Εκεί έγκειται και το μεγαλείο του ποδοσφαίρου. Είναι η αρμονική συνύπαρξη τόσων πολλών αρτιστών με διαφορετικά χαρακτηριστικά, υπό την καθοδήγηση ενός μαέστρου, του προπονητή.

Κι αφού το πήγαμε πολύ φιλοσοφικά, θα κάνουμε τώρα ένα zoom στην ελληνική ποδοσφαιρική σκηνή για να μιλήσουμε για την αγαπημένη και πιο cult κατηγορία ανθρώπων. Για τους κλασικούς Έλληνες φιλάθλους. Δε θα αναφερθούμε στα χουλιγκάνια, αυτό θα γίνει άλλη φορά, αλλά σε αυτούς τους ανθρώπους που θα πας στην καφετέρια και θα βαρεθείς να τος ακούς να φωνάζουν και να ωρύονται για την ομαδάρα.

Εγώ τους λατρεύω. Είμαι ένας απ’ αυτούς. Θα ξεκινήσουν από τις 3 το μεσημέρι και θα αράξουν στο κλασικό καφενείο -αν δεν έχουν βάλει τα συνδρομητικά κανάλια για να μην ξεσπιτώνονται- και θα δουν τα πιο αδιάφορα ματς με δύο σκοπούς. Πρώτον να αρχίσουν να βρίζουν κανέναν παίκτη που είχε τύχει να παίξει παλιότερα στους μεγάλους αντιπάλους, ακόμα κι αν ήταν 17 τότε, ακόμα κι αν δεν ακούμπησε τη μπάλα ποτέ, και μόνο που θα φόρεσε την τρισκατάρατη φανέλα είναι επονείδιστος και γι’ αυτό θα του σύρουν ό,τι βρισιά έχουν ακούσει ή έχουν φανταστεί.

Έπειτα, θεωρούν πως είναι χρέος τους να βλέπουν τέτοιους αγώνες, ακόμα κι αν τα μάτια τους πονάνε απ’ το θέαμα, γιατί πάντα υπάρχει το ενδεχόμενο να ανιχνεύσουν κανένα ταλεντάκι και θαρρούν πως είναι scouters των ομάδων τους και θα πάνε να κάνουν εισήγηση για την απόκτησή τους μόλις τελειώσει ο αγώνας.

Έπειτα, το ακόμα πιο αγαπημένο συνήθειό τους είναι το να δίνουν οδηγίες. Γιατί σίγουρα θα έχουν παίξει κάποια στιγμή στη ζωή τους στην ομάδα του χωριού τους, οπότε φυσικά και ξέρουν καλύτερα απ’ τον καθένα τι πρέπει να κάνει με την μπάλα ο Σαλπιγγίδης που τον είχαμε για Θεό και μέσα σ’ ένα χρόνο έγινε απλά ο άμπαλος ο κοντός, πώς πρέπει να σουτάρει ο Μπεργκ που έχασε κι αυτό το τετ-α-τετ κι έγινε άχρηστος αλλά μόλις στην επόμενη φάση βάλει γκολ, «Τι γκολάρα έβαλες παιχταρά μου!» θα βροντοφωνάξουν.

Εννοείται πως θα ασκήσουν κριτική και στον προπονητή γιατί αν δεν ξέρουν αυτοί το σωστό σύστημα της ομάδας, ποιός το ξέρει; Και δώσ’ του τα «Βγάλε τον Μήτρογλου τον παλιοκάγκουρα», και «Μάθε να παίζεις με τρία σέντερ μπακ στην ευθεία» γιατί τη σχολή της προπονητικής τη μαθαίνουν εκεί έξω, στη βιοπάλη. Βάζουν τα κεφτεδάκια το ένα δίπλα στ’ άλλο και φτιάχνουν τακτικές. Ξεκινούν με 4-4-2 αλλά μετά ξεμένουν από παίκτες γιατί χλαπακιάζουν ένα-ένα τα κεφτεδάκια.

Κι έρχεται φυσικά η στιγμή του μεγάλου αγώνα. Γάβροι, βάζελοι, χανούμια, Βούλγαροι, γριές και σκουλήκια γίνονται ένα. Θα πάρουν μαζί το γιόκα τον επτάχρονο μαζί τους, θα του μάθουν όλα τα συνθήματα, θα του αγοράσουν και τη φανέλα του παιχταρά, του ειδώλου, της σημαίας, θα του κρεμάσουν και το κασκόλ κι ας έχει 40 βαθμούς εκεί έξω γιατί μπρος στα κάλλη τι είναι ο πόνος. Μετά από νίκη στο ντέρμπι, το μενού έχει σουβλάκια, έξοδο με τη γυναικάρα για να γιορτάσουν τη μεγάλη νίκη και ετοιμασίες για την καζούρα που θα ρίξουν στα γατάκια τους συναδέλφους μόλις πάνε στη δουλειά.

Σε περίπτωση ήττας, θα κρυφτούν στο λαγούμι τους, δε θα μιλήσουν σε κανέναν, θα περάσουν μια μικρή κρίση ταυτότητας και αφού σκεφτούν όλα τα ενδεχόμενα για το ποιος έφταιξε και η ομαδάρα έχασε, θα βγάλουν το πόρισμα και σίγουροι για τον εαυτό τους, θα προετοιμαστούν για μια μέρα βασανιστηρίου κι ατέλειωτης καζούρας στη δουλειά.

Τους λατρεύω αυτούς τους ανθρώπους. Κι εγώ έτσι μεγάλωσα και είναι το πιο μεγάλο μάθημα που έχω πάρει απ’ τον πατέρα μου. Μπορεί να έχεις χίλια προβλήματα, να σου παιδεύουν το σώμα και το μυαλό εκατομμύρια ευθύνες και άγχη. Πάντα θα βρίσκεις όμως μια χαραμάδα για να ασχοληθείς με αυτό που παθιάζεσαι κι αγαπάς. Δε θα το αφήσεις ποτέ. Εφημερίδες, αναλύσεις, φανέλες, κασκόλ, εισιτήρια διαρκείας κι «Αθλητική Κυριακή». Με αυτά μεγάλωσα κι αυτό το πάθος δε φεύγει, είναι μικρόβιο και είναι το ομορφότερο μικρόβιο. Υπάρχει ομορφότερο πράγμα από το να μην αφήνεις ποτέ το πάθος σου;

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.