Από το 1946 μέχρι και το 1989, ο μεγαλύτερος φόβος της ανθρωπότητας -μεγαλύτερος ακόμα κι από το AIDS, την εισβολή εξωγήινων και τους Jackson 5- ήταν ο πυρηνικός όλεθρος. Το πυρηνικό ολοκαύτωμα, ως αποτέλεσμα του έντονου ανταγωνισμού ανάμεσα στις δυο υπερδυνάμεις της εποχής, τις ΗΠΑ και την Ρωσία, για περίπου τέσσερις δεκαετίες αντιμετωπιζόταν ως πραγματική προοπτική, από πολλούς δε, ακόμα κι ως βεβαιότητα.

Αισίως, η ανθρωπότητα έχει επιβιώσει μέχρι και το 2015. Η τελευταία κεφαλή που εξαπολύθηκε σε στρατιωτικό στόχο, ήταν η ατομική βόμβα στο Ναγκασάκι. Οι ψυχροπολεμκοί φόβοι διαψεύστηκαν, τα δυο κράτη αποτελούν, πλέον, περιφερειακές δυνάμεις, με προγράμματα συνεργασίας, ακόμη και στα πλαίσια του ΝΑΤΟ.

Φυσικά γεννιέται το ερώτημα, αν χρειαζόμαστε στις μέρες μας, ακόμα κι αν χρειαζόμασταν γενικότερα κεφαλές ουρανίου. Κυριαρχεί η πεποίθηση πως τα πυρηνικά όπλα θα μπορούσαν να μειωθούν ριζικά, αν υπήρχε η ανάλογη πολιτική βούληση.

Η αλήθεια, όμως, είναι λίγο πιο περίπλοκη.

Στην πραγματικότητα, οι εξοπλισμοί ήταν απαραίτητοι και για τα δυο κράτη, όχι μόνο γιατί διασφάλιζαν την υπεροχή τους, αλλά και γιατί εξασφάλιζαν, σ’ έναν βαθμό, την παγκόσμια ειρήνη κι ασφάλεια.

Για την εξήγηση του παράδοξου αυτού γεγονότος, θα χρησιμοποιηθεί ένα θεωρητικό μοντέλο, γνωστό ως «δίλημμα του φυλακισμένου» (Prisoner’s Dilemma). Πρόκειται μια υποθετική συνθήκη που διατυπώθηκε πρώτα από τους Flood και Dresher, και διαμορφώθηκε στην τελική του εκδοχή από τον Tucker. Χρησιμοποιείται αρκετά συχνά στα Μαθηματικά, στην Οικονομία αλλά και στην Ψυχολογία, για την πρόβλεψη της έκβασης διαπραγματεύσεων που περιλαμβάνουν αμοιβαίες απώλειες.

Έστω δυο φυλακισμένοι, που διέπραξαν μαζί ένα έγκλημα, και στους οποίους προτείνεται, θεωρητικά την ίδια στιγμή, η ίδια συμφωνία: Αν δεν προδώσουν ο ένας τον άλλον, θα περάσουν έναν χρόνο στην φυλακή ο καθένας. Αν ο ένας προδώσει τον άλλον, αυτός που συνεργάστηκε θα αφεθεί ελεύθερος, ενώ ο άλλος θα περάσει τρία χρόνια στην φυλακή. Αν όμως τύχει και συνεργαστούν και οι δύο, θα περάσουν δυο χρόνια στην φυλακή ο καθένας.

Σε μια τέτοια περίπτωση, νομοτελειακά, επικρατεί πάντα το να προδώσουν ο ένας τον άλλον.

Εύλογα θα ρωτούσε κανείς, γιατί να το κάνουν αυτό και να καταδικαστούν σε δυο χρόνια, ενώ μπορούν, αν κρατήσουν κι οι δυο το στόμα τους κλειστό, να περάσουν στο κελί τους μόνο έναν χρόνο;

Εδώ πρέπει να μπει κανείς στη θέση των φυλακισμένων. Έστω πως συμφωνούν να μην μιλήσουν. Ένας από τους δυο, θα θελήσει την ελευθερία του, για αυτό και θ’ αθετήσει την συμφωνία, προδίδοντας τον άλλον. Ο άλλος, γνωρίζοντάς το αυτό, θα συνεργαστεί επίσης, για να γλιτώσει την τριετία. Ακόμα κι αν ο πρώτος δεν συνεργαστεί, ο δεύτερος, γνωρίζοντας τα παραπάνω, θα τον προδώσει, για να μην πάρει το ρίσκο της μεγάλης ποινής. Κι ο πρώτος, με την βεβαιότητα πως ο δεύτερος σε κάθε περίπτωση θα συνεργαστεί, θα τον προδώσει σε κάθε περίπτωση, για να πάρει την μικρότερη δυνατή ποινή.

Όσο αυξάνονται οι επαναλήψεις, τόσο σταθεροποιείται η κατάσταση. Τα δυο μέρη σε μια τέτοια διαπραγμάτευση, δεν δεσμεύονται από την εμπιστοσύνη που το ένα δείχνει στο άλλο. Γι’ αυτόν τον λόγο, είναι αναγκασμένα να υποθέσουν την αθέτηση της συμφωνίας, και ν’ αντιδράσουν ανάλογα. Έτσι, η καλύτερη εναλλακτική ολοένα γίνεται η αμοιβαία αναξιοπιστία, η οποία, όμως, είναι προτιμότερη από την υπεροχή ενός από τα δυο μέρη.

Στην περίπτωση του Ψυχρού Πολέμου, το ΝΑΤΟ κι η Βαρσοβία είχαν τρεις επιλογές: Να εμπιστευτούν η μια παράταξη την άλλη και ν’ αφοπλιστούν χωρίς νικητή, να εξολοθρεύσουν μαζικά κι αιφνιδίως η μια παράταξη την άλλη, και να τελειώσει ο Ψυχρός Πόλεμος, με νίκη ενός από τους δύο, ή να συνεχίσουν τους εξοπλισμούς, ώστε κανείς να μην έχει την υπεροχή, και να ζουν κι οι δυο σ’ ένα καθεστώς τρόμου, που θ’ αποτρέπει το πυρηνικό ολοκαύτωμα.

Αν ο ένας από τους αντιμαχόμενους έκανε το λάθος να υποχωρήσει, ο άλλος, βλέποντας την στιγμιαία υπεροχή του, θα είχε να διαλέξει ανάμεσα στον τρόμο των συνεχών εξοπλισμών, και την ολοκληρωτική καταστροφή του ανταγωνιστή του. Φυσικά θα διάλεγε το δεύτερο, κι αυτό, κι οι δυο πλευρές το γνώριζαν καλά.

Τώρα, ας δούμε τις πιθανές εκβάσεις του Ψυχρού Πολέμου: Ο αμοιβαίος αφοπλισμός, στο κλίμα της αβεβαιότητας, δεν ήταν δυνατός, κάποιος θα προσπαθούσε να πάρει το πάνω χέρι, από τον φόβο του αντιπάλου. Αν κάποιος έκανε το πρώτο βήμα, ο άλλος θα επωφελούνταν της κατάστασης, κι έτσι θα τελείωνε τον πόλεμο. Με την απώλεια εκατομμυρίων, ίσως και δισεκατομμυρίων ζωών, και με την ελπίδα ότι ο απέναντι δεν θα αντιδράσει, παίρνοντας μαζί του ακόμη παραπάνω αμάχους.

Το παραπάνω σενάριο, ευτυχώς, αποφεύχθηκε. Ο αγώνας των εξοπλισμών κόστισε δισεκατομμύρια, δολάρια και ρούβλια, μα δεν άφησε την ένταση να ξεσπάσει. Την συντήρησε, μέχρι να καταντήσει ασύμφορη και να αποσοβηθεί σταδιακά.

Στις μέρες μας, ο αριθμός των πυρηνικών όπλων έχει μειωθεί στο ένα τέταρτό του. Πάνω από τριάντα χιλιάδες κεφαλές έχουν αφοπλιστεί, και τα κράτη έχουν προγράμματα για τον περεταίρω αφοπλισμό τους. Ο πυρηνικός όλεθρος θεωρείται επιστημονική φαντασία, κι ο Ψυχρός Πόλεμος, ακόμα και με τις περιφερειακές του συγκρούσεις (Ελλάδα, Βιετνάμ, Κορέα, μεταξύ άλλων), άφησε λιγότερα θύματα, από κάθε άλλη ένοπλη σύγκρουση παγκόσμιου χαρακτήρα.

Όσο παράλογο κι αν ακούγεται, η πυρηνική βόμβα, εντέλει, έσωσε ζωές.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.