Η Κυπριακή Δημοκρατία συμπληρώνει φέτος 55 χρόνια ζωής, σε αυτό το χρονικό διάστημα η διαδρομή της στην ιστορία δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Το κράτος που δημιουργήθηκε το 1960 δεν αγαπήθηκε από κανένα. Ακόμα και αυτοί που επικύρωσαν τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου δεν πίστεψαν ποτέ στην εφαρμογή τους. Από τη μια η ελληνοκυπριακή ελίτ έβλεπε την Κυπριακή Δημοκρατία σαν το επόμενο σκαλοπάτι για την πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα, ενώ από την άλλη η τουρκοκυπριακή ηγεσία επιδίωκε την εφαρμογή του «ταξίμ» δηλαδή της διχοτόμησης του νησιού.  

Με τις δικοινοτικές ταραχές του 1963 και την αποχώρηση των Τουρκοκυπρίων από τα επίσημα όργανα του κράτους, πλέον η Κυπριακή Δημοκρατία έγινε μια αμιγώς Ελληνική πολιτεία και η επίσημη πλέον γραμμή ήταν η ένωση με την Ελλάδα. Σε αυτό συνηγορούσαν όλες οι πολιτικές δυνάμεις ακόμη και η αριστερά (μέχρι το 1967). Για αυτόν το λόγο τα επίσημα εμβλήματα της Κυπριακής Δημοκρατίας εξαφανίστηκαν. Μπροστά από τα κυβερνητικά κτίρια κυμάτιζε η Ελληνική σημαία ενώ και ο επίσημος εθνικός ύμνος ήταν ο Ελληνικός (κάτι το οποίο ισχύει μέχρι σήμερα).

Η ελληνοκυπριακή ελίτ δε λάμβανε υπόψη πως ο τόπος ήταν πολυπολιτισμικός και κατοικείτο και από άλλες κοινότητες όπως οι Τουρκοκύπριοι, Λατίνοι, Μαρωνίτες και Αρμένιοι. Ούτε πως οι γεωπολιτικές συνθήκες της εποχής εξαιτίας του ψυχρού πολέμου δεν ήταν ευνοϊκές για ένα τέτοιο επιχείρημα. Γιατί οι Αμερικάνοι δεν ήθελαν μια ελληνοτουρκική σύγκρουση για την Κύπρο που θα διασπούσε το νοτιοανατολικό βραχίονα του ΝΑΤΟ.

Το πρόβλημα δεν ήταν η ιδέα της ένωσης αυτή καθαυτή, γιατί αυτό αποτελούσε μια προαιώνια επιθυμία του Ελληνοκυπριακού λαού αλλά το παραμύθιασμα του κόσμου πως αυτό ήταν κάτι το εφικτό.

Αυτό ήταν που δημιούργησε όλες τις εντάσεις και τον ακραίο εθνικιστικό φανατισμό που οδήγησε στα γεγονότα του 1974. Ειδικά όταν ο Μακάριος ανέκρουσε πρύμναν στο θέμα της ένωσης για τους δικούς του πολιτικούς λόγους είχαμε και δεύτερη διάσπαση, αυτή τη φορά ενδοκοινοτική ανάμεσα στους Ελληνοκυπρίους. Έτσι ορισμένοι δήθεν άφρονες με τη βοήθεια της  Χούντας έκαναν το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου και έδωσαν τη χρυσή ευκαιρία στην Τουρκία να εισβάλει στο νησί.

Η εισβολή και τα συνεπακόλουθά της αποτέλεσαν ένα ισχυρό σοκ για την κυπριακή κοινωνία. Η ιδέα της ένωσης εγκαταλείφθηκε, καθώς πλέον το μόνο όπλο στο να μην αναγνωριστούν οι κατεχόμενες περιοχές σαν επίσημο κράτος ήταν η διατήρηση της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έτσι τα κρατικά σύμβολα επανεμφανίστηκαν και αυτό που κάποιοι κάποτε λοιδορούσαν έγινε το ιδανικό σενάριο.

Τα χρόνια που ακολούθησαν ήταν η περίοδος της ανοικοδόμησης και με τις θυσίες των απλών ανθρώπων η Κυπριακή Δημοκρατία ξανακτίστηκε από την αρχή. Η οικονομική ευρωστία που ακολούθησε μετά κυρίως τα μέσα της δεκαετίας του 1980 μας τύφλωσε.

Το υδροκέφαλο κράτος που δημιουργήθηκε πάνω σε σάπια θεμέλια από το 1960 γιγαντώθηκε. Πολιτικές καριέρες κτίστηκαν πάνω στο κυπριακό πρόβλημα, μας πουλούσαν συνθήματα όπως το «Δεν Ξεχνώ» και «Αγωνίζομαι» τα οποία καταπίναμε αμάσητα. Άλλα για το μόνο που τους ένοιαζε να αγωνίζονται ήταν οι καρέκλες τους.  

Οικονομικές αυτοκρατορίες θεμελιώθηκαν στη μοιρασμένη Κύπρο αρκεί να ρίξει κανείς μια ματιά στα πρώην διοικητικά συμβούλια των κυπριακών τραπεζών. Οι περισσότεροι από αυτούς άνηκαν στην ίδια ελίτ που κυριαρχούσε και πριν το 1974. Η ατιμωρησία που επικρατούσε τους γέμισε με μια έπαρση πως θα μπορούσαν να κάνουν τα πάντα χωρίς να έχουν συνέπειες.  

Καμιά διακοσαριά οικογένειες μας κυβερνούσαν και εμείς τους θεωρήσαμε εθνικούς ευεργέτες. Όλοι αυτοί που φώναζαν και υπερασπίζονταν την Κυπριακή Δημοκρατία και απέρριπταν κάθε προσπάθεια λύσης ζητώντας επιστροφή στο ενιαίο κράτος δεν το έκαναν από αγάπη για αυτό τον τόπο, αλλά γιατί φοβήθηκαν πως θα έχαναν τα προνόμια τους.

Η φούσκα όμως που ζούσαμε έσκασε μια μέρα στα χέρια μας ένα Σάββατο πρωί με το κούρεμα. Η άλλοτε οικονομική εύρωστη Κυπριακή Δημοκρατία έγινε έρμαιο στις ορέξεις των Ευρωπαίων «εταίρων». Εμείς τι κάναμε; Προτιμήσαμε να διασκεδάσουμε στα καρναβάλια και μετά στα χωράφια την καθαρά Δευτέρα ενώ κάποιοι έπαιζαν με τις ζωές μας και το μέλλον μας. Σε τόσο μεγάλο λήθαργο είχαμε πέσει όλα αυτά τα χρόνια. Όταν συνειδητοποιήσαμε τι έγινε ήταν πλέον αργά.

Σε αυτόν τον τόπο τα εγκλήματα των λίγων τα πληρώνουν οι πολλοί. Τα λάθη των παππούδων μας τα πλήρωσαν οι γονείς μας και τα λάθη των γονέων μας τα πληρώνουμε εμείς.

Πλέον το βάρος πέφτει στη δική μας γενιά. Είμαστε η τελευταία γενιά που μπορεί να σώσει τη χώρα μας. Θέλουμε να ζήσουμε σε μια χώρα ενωμένη χωρίς τη σκιά του πολέμου να πλανιέται συνεχώς από πάνω μας. Χωρίς στρατούς και συρματοπλέγματα. Σε μια χώρα που να αποδίδεται δικαιοσύνη και να έχουν όλοι ίσες ευκαιρίες.

Αλλά πρώτα πρέπει να αγαπήσουμε τον τόπο μας, πολλοί μας ζηλεύουν γιατί ζούμε σε αυτή την πανέμορφη χώρα και είναι κρίμα εμείς οι ίδιοι να μην το εκτιμούμε.  

Γελοιογραφία: Δημήτρης Γεωργοπάλης

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.