Αυτός ο μεγάλος ποιητής, ο μεγάλος έρωτας, το μοιραίο πάθος και το τραγικό τέλος χαρακτηρίζουν ένα από τα σπουδαιότερα και πλέον λυρικά πρόσωπα της σύγχρονης Νεοελληνικής ιστορίας. Πάνε 4 με 5 χρόνια από τότε που βούτηξα στα άδυτα νερά της ποίησης.

Εκεί γνώρισα και θαμπώθηκα από τον ιδιόμορφο θησαυρό του Κώστα Καρυωτάκη και μιας γυναίκας που ίσως να έμοιαζε με όλες τις υπόλοιπες της εποχής, αλλά είχε αυτό το χάρισμα στην πένα που σε αιχμαλωτίζει και σε ταξιδεύει στα έγκατα του ρομαντισμού και της ψυχής.

Δυο σώματα, δυο ψυχές που πληγώθηκαν, αγάπησαν, πόνεσαν και έδωσαν το είναι και την μοίρα τους για το κάψιμο της τέχνης και του έρωτα. Ίσως θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μια από τις καλύτερες ιστορίες αγάπης μέχρι το γίγνεσθαι του τραγικού τέλους και του αδικοχαμένου ανεκπλήρωτου του έρωτα.

Όλα ξεκίνησαν το Δεκέμβριο του 1921 στη Νομαρχία Αθηνών, όπου εργάζονταν ως δημόσιοι υπάλληλοι. Μια συνάντηση, αρχή και τέλος. Ο Καρυωτάκης ανέραστος, μελαγχολικά ευλαβής και ήρεμος με μια και μοναδική αγάπη, το γράψιμο. Η Πολυδούρη επαναστατημένη ψυχή, ιδεολογικά ελεύθερη, αγωγός του ίδιου της του εαυτού, με μια και μοναδική αγάπη, το γράψιμο.

Η αμοιβαία ιδιοσυγκρασία τους η οποία δεν άργησε να ξεσπάσει με την συμμετοχή της Μαρίας στη φιλολογική συζήτηση των συναδέλφων της, εκείνο τον Δεκέμβρη, υπήρξε ο λόγος, ήταν το ξεκίνημα, ο επαναστατικός όχλος του έρωτα, που σύνδεσε αυτές τις δυο μορφές. Εκείνος χαράχτηκε από τα μάτια της, εκείνη από το ήθος και την αισθαντική πένα του.

Ένας έρωτας, δυο ψυχές που ποτέ δεν έμελε να γεννήσουν την δική τους φωτιά, το δικό τους κόσμο αγάπης και έρωτα, τελείωσε άλλωστε τόσο άδοξα και γρήγορα το ειδύλλιο που δεν έδωσαν όσα είχαν να δώσουν.

Οι περιορισμοί και ο μικρός καθωσπρεπισμός του Καρυωτάκη και η ελευθεριοποίηση μαζί με την έντονη προσωπικότητα της Πολυδούρη δεν σύναδε για τα μέτρα και τις απαιτήσεις της εποχής. Ίσως φταίει η κοινωνία για έναν τέτοιο αποχωρισμό, ίσως η καταραμένη φύση των ποιητών που πάντα θα πλάγιαζαν συντροφικά με τον πόνο, ίσως και οι συγκυρίες. Κάνεις ποτέ δεν θα καταλάβει γιατί δεν άνθισε τούτος ο έρως.

Ο ποιητής ποτέ δεν έπαψε να την αγαπά, και αυτό φάνηκε μετά τη δημοσίευση των ποιημάτων του, τέτοιο συναίσθημα δύσκολα να κρυφτεί σε ποιήματα γραμμένα και φορεμένα μονάχα για κείνη. Η Πολυδούρη έφτασε στο σημείο να του κάνει πρόταση γάμου, απαγορευμένο και ηθικά ανάρμοστο για την εκάστοτε εποχή. Φυσικά η απάντηση στην πρόταση δεν άργησε να ‘ρθει, καθώς ο ποιητής απαρνήθηκε τον έρωτά της λέγοντας ότι έπασχε από αφροδίσιο νόσημα και προτείνοντας στην αγαπημένη του να παραμείνουν δυο καλοί φίλοι.

Λέγεται ότι το ποίημα του «Ωχρά Σπειροχαίτη» -μικρόβιο που προκαλεί σύφιλη- είναι ο οιωνός η και η γραπτή καταγραφή που έδειχνε ότι ο ποιητής όντως έπασχε από την ασθένεια.

Η επερχόμενη αποφυγή και απόσταση ήταν αναμενόμενη αφού εκείνη αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Το 1924 είναι που μπαίνει στη ζωή της ο μέλλον αρραβωνιαστικός της και δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου. Νέος, πλούσιος, γοητευτικός που θα καταπραΰνει την πονεμένη της καρδιά αλλά πάντοτε  δοσμένη στον Κώστα Καρυωτάκη.

Παρά την αφοσίωσή του, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Η Μαρία δεν άντεξε, άνηκε αλλού, κάπου που δυστυχώς δε θέλανε να την δεχτούν, γιατί κυριαρχούσε ο φόβος. Έναν έρωτα γνώρισε και αφού δεν μπορούσε να τον έχει, θα έκανε τα πάντα για να τον ξεχάσει. Έτσι φεύγει για Παρίσι, να συνεχίσει εκεί την αντισυμβατική ζωή της, αλλά προπάντων να ξεχάσει.

Γυρνούσε στο σπίτι τα ξημερώματα και συναναστρεφόταν αντρικές παρέες. Ένα βράδυ τη βρήκαν πεσμένη σε ένα σοκάκι του Παρισιού. Διαγνώστηκε με φυματίωση και λίγο αργότερα μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, στο τότε σανατόριο Σωτηρία.

Εκεί την επισκέπτεται για τελευταία φορά ο Καρυωτάκης λίγες μέρες πριν φύγει με μετάθεση στην Πρέβεζα, όμως οι διαφορές τους παραμένουν αγεφύρωτες. Στο νοσοκομείο η Πολυδούρη μαθαίνει τα τραγικά νέα. Ο αγαπημένος της δεν άντεξε το βάρος και αυτοκτόνησε. Ο καταραμένος έρωτας και τύχη αυτών των δυο νέων παιδιών τους ήθελε χώρια. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος».

Αυτοκτόνησε με πιστόλι σε μια παραλία του Αμβρακικού, αφήνοντας μόνο ένα σημείωμα. Στην τελευταία του εξομολόγηση ανέφερε ότι πριν δοκιμάσει το πιστόλι, είχε προσπαθήσει να αυτοκτονήσει στη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε, γιατί ήξερε καλό κολύμπι. Η Μαρία δεν άντεξε, δεύτερη ζωή δεν έχει. Έτσι η υγεία της κλονίστηκε εσκεμμένα, για μια προσπάθεια, μια δύναμη τέλους και παντοτινής αντάμωσης.

Στις 29 Απριλίου του 1930, έφυγε από τη ζωή, με ενέσεις μορφίνης, που της προμήθευσε στο «Σωτηρία» ένας φίλος της.

Τα δυο νέα αυτά παιδιά έφυγαν από την ζωή με ένα και μοναδικό καημό, τον ανεκπλήρωτο έρωτά τους. Ίσως να πέθαναν και από τον ίδιο τους τον έρωτα, ίσως να ήταν καλύτερα έτσι. Το σίγουρο είναι ότι ο θάνατος ήταν ο επίγειος άγγελος τους γιατί πλέον θα είναι για πάντα μαζί, στην δική τους περίπτωση το μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος αποτελούσε αντισυμβατικό καπρίτσιο της ζωής, αφού αντίθετα γέννησε την σπίθα αγάπη και αγαλλίασης των πονεμένων αυτών ψυχών.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του ’20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφονται τα ποιήματά της. Είναι μεστή γεμάτη με πηγαίο λυρισμό, που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και πότε-πότε σε σπαραγμό, με φανερή την επίδραση από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια.

Ο Κώστας Καρυωτάκης, μέσα από τα αναρίθμητα πλέγματα κατωτερότητας, φυσικά ή επίκτητα, άνοιγε έναν καινούριο δρόμο στην ποίηση της εποχής του, εξευτελίζοντας τη μεγαλοστομία, το στόμφο, την ηρωομανία και τη γλυκερή ωραιοπάθεια. Δεν ανέτρεψε απλώς αυτό το κατεστημένο, αλλά τη θεία τάξη της αστικής ποίησης, προκαλώντας την. Στάθηκε ο πρώτος αρνητής. Με τον Καρυωτάκη ξεκινάει η πρώτη υποψία ότι η ποίηση είναι ένα όπλο, το ίδιο ισχυρό και επικίνδυνο, όσο και η κοινωνική επανάσταση. Που μπορεί να γκρεμίσει αξίες, πλάνες, ψευδαισθήσεις, απάτες.

Εμείς χάσαμε τους καλύτερους ποιητές του νεορομαντισμού και της νεοελληνικής ποίησης, αλλά εκείνοι; Σίγουρα βρήκαν την δική τους παραδεισένια κόλαση. Την ερωτικά καταραμένη.

 «Κι ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω  πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα που αγαπιέται.»  Μυγδαλιά, Κώστας Καρυωτάκης.

«Σὲ γνώρισα σ᾿ ἐρωτικὲς νύχτες ρυτιδωμένη θάλασσα σὰν τὸ μέτωπο τῆς συλλογῆς, περνοῦσε πάνω σου χάδι ἡ σκέψη μου καὶ πάντα ἡ ἀνθισμένη ἄκρη σου μὲ τὰ εὐωδιαστὰ φύκια μὲ προσκαλοῦσε.»  Η Λησμονιά, Μαρία Πολυδούρη.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.