Προχθές βρέθηκαν μπροστά μου παιδικά φωτογραφικά άλμπουμ. Με έπιασε ένας κόμπος στο στομάχι και μια μελαγχολία σε όλο μου το είναι.

Τα αρπάζω όμως κι αρχίζω να ξεφυλλίζω.

Ξεφυλλίζω όνειρα, προσδοκίες, σπαραγμό, θυμό, αναμνήσεις… Αγάπη.

Πώς περάσανε ρε μούργο έτσι τα χρόνια, θυμάσαι που σερνόμασταν από την μπλούζα της μάνας μας και φωνάζαμε πεισματάρικα για να μας κάνουν καθετί που ζητούσε ο λογισμός μας;

Πώς περάσανε έτσι;

Η μάνα μου νέα να λάμπει και να φοράει ένα κατακόκκινο φόρεμα κι εγώ δίπλα της πασαλειμμένη με τούρτα να χαμογελάω κουτοπόνηρα. Ο παιδικός μας έρωτας πιο δίπλα να μας τραβάει τα μαλλιά κι εμείς να κλαίμε. Η παρέλαση της 28ης κι εγώ να στέκομαι καμαρωτή με τη φουστίτσα και το όλο καμάρι χαμόγελο μου, που έκανα σωστά τις κινήσεις.

Περνάνε τα χρόνια ρε καρντάση, περνάνε και μας παίρνουν μαζί τους. Η αθωότητα την έκανε πια. Πήγε να ξεκουραστεί, πήρε σύνταξη.

Ξεχάσαμε ανθρώπους, στιγμές, αναμνήσεις, παρελθόν και γίναμε άβουλα όντα. Μιας που σε είπα και καρντάση θυμήθηκα το συγχωρεμένο τον Χρόνη. Σωστός και ελεύθερος άνθρωπος. Κάποτε είχε πει:  

«Έτσι, μ’ αυτήν την κωλοεφεύρεση που τη λένε ρολόι, σπρώχνουμε τις ώρες και τις μέρες σα να μας είναι βάρος, και μας είναι βάρος, γιατί δε ζούμε, κατάλαβες; Όλο κοιτάμε το ρολόι, να φύγει κι αυτή η ώρα, να φύγει κι αυτή η μέρα, να έρθει το αύριο, και πάλι φτου κι απ’ την αρχή. Χωρίσαμε τη μέρα σε πτώματα στιγμών, σε σκοτωμένες ώρες που θα τις θάβουμε μέσα μας, μέσα στις σπηλιές του είναι μας, στις σπηλιές όπου γεννιέται η ελευθερία της επιθυμίας, και τις μπαζώνουμε με όλων των ειδών τα σκατά και τα σκουπίδια που μας πασάρουν σαν αξίες, σαν ηθική, σαν πολιτισμό.»

Πού πήγαν εκείνα τα χρόνια, με τις παιδικές τρέλες, το κλάμα για το σχολείο, τις τιμωρίες, τις αμέτρητες βόλτες στις πλατείες και στα πάρκα;

Ρε συ θυμήθηκα την πρώτη μου μέρα στο σχολείο. Είχα μουτρώσει, δεν ήθελα να πάω, έβλεπα παιδικά στην τηλεόραση μ’ ένα νευριασμένο ύφος. Ούτε ο Ορέστης Μακρής τέτοιο πράγμα. Το αστείο ξέρεις ποιο ήταν;  Ότι τελικά λάτρεψα ό,τι άθελα μισούσα.

Λάτρεψα το σχολείο, τα αγόρια, τα πρωινά ξυπνήματα, τις επισκέψεις στην γιαγιά, ακόμα και τα όσπρια. Τα λάτρεψα.

Χάνεσαι όμως…

Χάνεσαι από φίλους, συμμαθητές, δικά σου άτομα. Κάνεις το δικό σου ξεκίνημα, το ξεχωριστά καινούργιο, και, χωρίς να το καταλάβεις, χάνεις τα σημαντικότερα άτομα της ζωής σου. Άτομα ευχάριστα, νευριασμένα, σκανταλιάρικα, αγαπημένα. Άτομα δικά σου.

Γιατί μεγάλωσες, έχεις άλλες προτεραιότητες κι όλα αυτά που θεωρούσες δεδομένα τα αφήνεις εκεί, πιστεύοντας πως όταν γυρίσεις για το λογαριασμό θα ‘ναι στο ίδιο σημείο. Αλλά το μαγαζί δυστυχώς βάρεσε διάλυση.

Ο χρόνος περνάει γρηγορότερα όσο μεγαλώνουμε. Θυμάμαι στο σχολείο δεν έλεγε να περάσει. Ήμασταν όλοι μια ασυγκράτητη ψυχή που περίμενε πώς και πώς το σήμα για την εκκίνηση. Την εκκίνηση για τον μαραθώνιο εξόρμησης της καινούργιας μας ζωής. Της ξεχωριστά δικής μας.

Βλέπεις πλέον συμμαθητές και γνωστούς λέγοντας ένα κομπλαρισμένο «γεια», που υπό άλλες συνθήκες δε θα το έλεγες,  γιατί πάντοτε έμπαινες κατευθείαν στην πλάκα και στο πείραγμα με το που κοιταζόσασταν. Άλλους πάλι δεν τους βλέπεις, μας άφησαν για έναν καλύτερο κόσμο, παραήταν μεγάλοι για τούτο το ντουνιά τον άδικο.

Πέρασαν οι ζωές μας, ξεχάσαμε, άλλοτε άθελα, άλλοτε σκόπιμα. Μεγαλώσαμε. Ενηλικιωθήκαμε.

Αναπολώ ρε καρντάση, αναπολώ εκείνες τις μέρες. Και τι δε θα έδινα για ένα γέλιο της παρέας στην πρώτη ώρα. Ένα κλάμα από ακόμα έναν χωρισμό. Μια βρισιά από το μεγαλύτερο τσακωμό της μέρας με τη μάνα μου. Και τι δε θα ‘δινα.

Εργάτες, παντρεμένοι, γιατροί, καλλιτέχνες, παιδιά, νέοι, χαρούμενοι, θυμωμένοι. Όλοι τους μεγαλώνουν, περνάνε τα χρόνια και ξεχνάνε μεγαλώνοντας. Είναι η φύση μας ή μήπως ή ανάγκη του να ξεχάσουμε ότι μας έδωσε ευτυχία στο παρελθόν.

Ποτέ δε θα καταλάβω.

Θέλω να δώσω μια υπόσχεση. Μούργο δώσε βάση.

Θα μεγαλώνουμε, θα πονάμε, θα γελάμε, θα αποζητάμε. Αλλά…

Αλλά πάντοτε θα κατακτάμε και θα κυνηγάμε αυτό που λαχταράμε γιατί τα χρόνια περνάνε και μετράνε. Ας τα χαρούμε με εκείνο το χαμόγελο πασαλειμμένο όλο σοκολάτα, με εκείνο το παιδικό κάθε πρωινό Κυριακής, με κείνο το «θα κρατήσουμε επαφή, μην αγχώνεσαι» σε κάποιο αεροδρόμιο. 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.