Η Ελπίδα είναι τρομερά κουρασμένη απόψε από το ιατρείο. Σωματικά και ψυχολογικά.
Με παίρνει τηλέφωνο: «Πάμε για ποτό. Θέλω να σου πω. Είναι τραγικό αυτό που συμβαίνει στη δουλειά. Δεν μπορεί να έρχονται να εξεταστούν γέροι άνθρωποι και να μου κάνουν προξενιά για τους γιους τους. Δηλαδή αίσχος. Στο 2015 ζούμε. Τι μεσαιωνικές απόψεις είναι αυτές;»

Και ενώ, λοιπόν, που λέτε η Ελπίδα ωρύεται και παραληρεί via iPhone, εγώ χάνομαι σε ένα παράλληλο σύμπαν από εκλάμψεις και συνειρμούς.

Κάπως έτσι προέκυψε και το βουκολικό διήγημα «Το Προξενιό».

Στο πατρικό, όλα στην τρίχα.
Βγαίνουν και στρώνονται τα καλά σεμεδάκια.
Την Ελπίδα την είχε στείλει από νωρίς η μάνα της, η Φρόσω, για να γιομίσει τη στάμνα, να ποτίσει τα ζωντανά και να αρμέξει τις κατσικούλες.

-Μαμά, γιατί το καλό σεμεδάκι της γιαγιάς Καλλιόπης στην τραπεζαρία;

-Θα έρθει, κορούλα μου, το απόγεμα ο Γρηγοράκης της κυρά Λάμπραινας από την Άνω Κερασιά. Να, έφτιαξα και παγωτό κασάτο και γλυκό βύσσινο. Εσύ, βάλε το καλό σου το φουστάνι με το τουρκουάζ γιακαδάκι που φορούσες πέρσι στο ξωκλήσι του Αη Παύλου στην Ανάσταση. Αυτό με τις πιέτες και τις λουλακί βούλες.

- Μητέρα, ο Γρηγοράκης είναι λίγο μεγάλος, δε νομίζεις, για ‘μένα;

- Εμ, πόσο μεγάλος βρε κόρη μου; Ο πατέρας του έχει τρία κτήματα δίπλα στον Αλιάκμονα.

- Μητέρα, ο Γληγόρης πλησιάζει τα 47. Πώς θα τον επάρω; Τι θα πει ο κόσμος;
Σαν κάμνουμε παιδιά, δεν εσκέφθηκες πως σαν φτάνουν στο δημοτικό ο πατέρας τους θα εξηνταρίζει;

- Ο Γληγόρης έχει και πουλάρια, βρε Ελπίδα μου, και βόδια έχουν πάνου στο βουνό. Πουλάνε κρέας σε ούλο τον κάμπο. Έχουν να το λένε η Μαρίκα και η Κώσταινα στο χωριό. Όλο την κουβέντα του την καλή έχουνε.

- Βρε μητέρα, ο Γληγόρης δεν είναι για ‘μένανε. Δεν το τηράς καθόλου το μέλλον του σπλάχνου σου; Πώς θα ανοίξουμε μαζί σπιτικό αν δεν αγαπιόμεθα; «Αν δεν ταιριάζοντο το ζεύγους, η σκεπή θα πεσ' να τσα πλακώσει!» Θυμάσαι, που το ‘λεγε συνέχεια η σχωρεμένη η θεία η Ερασμία;

- Δεν έχει μα και μου. Ο Γληγόρης είναι για ‘σένα. Θα τον επάρεις. Και με παπά και με κουμπάρο. Έληξε. Τα είπαμε, τα συμφωνήσαμε με το Παπαποστολέικο. Είναι ζήτημα χρόνου. Θέμα τιμής.

- Μάνα, μη! Θα φαρμακωθώ, μη μου το κάμνεις τούτο. Δεν τον εθέλω και δεν θα τον πάρω!
 

Ένα χρόνο μετά η Ελπίδα κλέφτηκε με τον αδερφό του Γρηγόρη, τον Μάνο.
Φύγανε για τη μεγάλη πόλη με μια τσάντα ρούχα κι αλλαξιές.
Δεν πήραν τίποτα άλλο μαζί τους.
Δεν αποχαιρέτησαν κανέναν.
Ζούνε μαζί.

Ο Μάνος είναι γαλατάς.
Η Ελπίδα έπιασε δουλειά γραμματέως σε δικηγορικό γραφείο.

Κόντρα σε όλα τα δεδομένα των καιρών.
Εξ’ αρχής, απέναντι από την κοινωνική αιδώ του χωριού και τα μικρά κι ανθρώπινα συμφέροντα. Χιλιοειπωμένα και χιλιοακουσμένα.

Στον ελεύθερο χρόνο τους φτιάχνουν πήλινα δοχεία μαζί, από τα οποία άλλα τα χρησιμοποιούν για να αποθηκεύουν τη γιαούρτη και το τυρί, μεταπωλώντας τα στις γειτονιές της ύστερης νεοκλασικής Αθήνας, ενώ άλλα τα διακοσμούν και τα πουλούν στους ξένους, κάτω από την Ακρόπολη άλλοτε, στου Φιλοπάππου που και που, καμία φορά και στο Μοναστηράκι.

Τους ενώνει ένα και μόνο στοιχείο.
Αμοιβαία αγάπη. Αμοιβαίος σεβασμός.
Ζούνε ευτυχισμένοι.
Ερωτευμένοι.
Πολύ.

Άραγε, κατά πόσο απέχει αυτή η υπόθεση απ ‘το σήμερα;

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.