«Άσε με ρε μπαμπά να κοιμηθώ. Σαββάτο είναι σήμερα.» Κλειστά μάτια που αρνούνται να ανοίξουν, μήπως και ο πατέρας φιλοτιμηθεί και σ' αφήσει να λιώσεις στον ύπνο. Που τέτοια τύχη;

«Γιατί εγώ πρέπει να δουλέψω, για να πάω πενταήμερη ρε μάνα; Μια μητέρα ανίκανη να διαχειριστεί την οικονομική κρίση της οικογένειας, παλεύει να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα, που πληγώνουν και μόνο που τα σκέφτεστε.

Ένας έφηβος να καταριέται το σύμπαν που έκανε τσιγκουνιές σ' εκείνον, ενώ μοίραζε πλούτο στους άλλους, αποδέχεται πως το να σηκώσει μανίκια, να κουραστεί και να στηρίξει τον εαυτό του όσο μπορεί, είναι πλέον μονόδρομος.

Μέσα από την ανάγκη λοιπόν, που μπορεί να δημιουργηθεί από φυσικά (οικονομικές δυσκολίες) αλλά και τεχνητά (ένας «ακλόνητος» πατέρας) μέσα, το νεαρό μυαλό αρχίζει να «ψήνεται» στη δουλειά. Αντί να αράξει στην πλατεία της γειτονιάς με τα υπόλοιπα αλάνια, πηγαίνει και δουλεύει μαζί με τον πατέρα του.

Και όπως συμβαίνει σε κάθε πρώτο βήμα, η επαγγελματική ζωή είναι δύσκολη και προκαλεί σύγχυση. Δεν κατέχει γνώσεις, απλές δεξιότητες και φυσικά την εμπειρία, που θα γίνει καθημερινότητά του. Μη μπορώντας να βρει διέξοδο, εξοπλίζεται με υπομονή και ίσως λίγη καλή θέληση.

Ο νέος μας αποκτά εμπειρίες και αναλαμβάνει ευθύνες. Μαθαίνει να οδηγεί απ' τα 15 και ξέρει πως να αλλάξει μια πρίζα. Γίνεται παραγωγικός και αρχίζει να εμπιστεύεται τον εαυτό του όλο και περισσότερο. Οι άνθρωποι γύρω αρχίζουν και αναγνωρίζουν τις αξίες, που η καλή ανατροφή του χάρισε απλόχερα.

Είναι όμως έτσι; Όλα αυτά τα θετικά χαρακτηριστικά που αποκτάει ο νέος επαγγελματίας έρχονται λόγω της εκπαίδευσης που πήρε από γονείς και τα πρότυπά του, ή μήπως η ίδια η δουλειά είναι που τον διαμορφώνει συνέχεια προς το καλύτερο;

Όντας κι εγώ παιδί που ξεκίνησε από μικρό να δουλεύει στο μαγαζί του πατέρα του, μπορώ να εκφέρω άποψη.

Στην αρχή σπάζεσαι. Το βλέπεις σαν αδικία να κάνεις αγγαρείες και οι άλλοι να γυρνάνε στα γήπεδα. Όταν όμως πέφτει το κασέρι τέλος της εβδομάδας και σκας με φρεσκαδούρα αθλητικό στο γυμνάσιο, τη βλέπεις αλλιώς.

Περνάνε τα χρόνια, αλλάζεις αφεντικά αν δεν τα βρίσκεις με τον πάτερα σου και βλέπεις την ανάποδη. Τα καλά, τα άσχημα και τα αφεντικά πουσταραίοι που θέλουν απλά να πιουν αίμα.

Τσακώνεσαι, ετοιμάζεσαι να τους πλακώσεις και τελικά παραιτείσαι.

Σε άλλες περιπτώσεις, όταν έχεις άδικο, ρίχνεις τον εγωισμό σου, εκτιμάς. Κι έτσι κάποτε ωριμάζεις. Βλέπεις τι θέλανε να καταφέρουν οι γονείς σου με το να σε χώνουν Σαββατιάτικο στο μαγαζί.

Αρχίζοντας να βγαίνεις στο κουρμπέτι και να ανταποκρίνεσαι στις απαιτήσεις του κάθε επιχειρηματία. σταματάς να νιώθεις σαν απαιτητικό κακομαθημένο, που δεν πήρε το δώρο που ήθελε.

Οι άνθρωποι που ψήθηκαν από νωρίς στη δουλειά έχουν άλλο αέρα. Δεν είναι επιλεκτικοί σε ανούσια θέματα. Δεν κάνουν πίσω εύκολα στα εμπόδια και κυρίως μαθαίνουν να εκτιμούν την εργασία και όσα αυτή προσφέρει. Πιο απλά δεν φοβούνται να πράξουν και να κουραστούν για όσα θέλουν και αξίζουν.

Τόση ώρα δαγκώνομαι να μην πετάξω τίποτα για όσους επέλεξαν ή επιλεγούν να μην ζορίσουν το κωλαράκι τους. Όμως, μετά από σκέψη καταλαβαίνω πως θα ήταν άδικο κάτι τέτοιο.

Παιδιά που δε χρειάστηκε να μοχθήσουν για τα γούστα τους, σημαίνει ένα και μόνο πράγμα.

Γονείς που παρείχαν τα πάντα για να καλύψουν κυρίως τα δικά τους κενά και απωθημένα.

«Όσα δεν έκανα εγώ θέλω να τα ζήσει το παιδί μου.» Γνωστή ατάκα μανούλας που υπεραγαπάει τον κανακάρη της και του αγοράζει κάμπριο να πηγαίνει στην σχολή, μην τύχει και αρρωστήσει στα λεωφορεία. Λυπάμαι, αλλά το αιδοίο της μαμάς σου δεν είναι κούπα του Champions League.

Όταν σε κράζουν μερικοί, λέγοντάς σου πως είσαι ετοιματζής και απαίδευτος, think about it.

Και φυσικά μην απορείς που μπαίνοντας στη κρίση και η βρύση στέρεψε, ζητάς δουλειά και φως δεν βλέπεις. Είναι κυρίως που δεν ξέρεις να κάνεις κάτι. Έστω απλό. Και εδώ το κόβω.

Δεν είναι πρόθεση μου να σας κράξω, μιας και πιστεύω, ότι μπορείτε να βάλετε μυαλό.

Είναι εντελώς ξεχωριστό συναίσθημα το να παίρνεις την ανταμοιβή, όταν έχεις κουραστεί και θυσιάσει στιγμές της ζωής σου.

Ποιος δεν θέλει να αράξει για καφεδούμπα με τα γυαλιά ηλίου στην παραλία και να ρεχλιάζει ακούγοντας τον υπέροχο ήχο απ’ τα παγάκια στο ποτήρι; Να ξενυχτάει μέχρι το πρωί με ποτά και κόντες φούστες.

Να κάνει τη ζωή του εν ολίγοις; Μην ψάχνεις απάντηση. Όλοι τα γουστάρουμε αυτά.

Εκείνη η ώρα όμως όταν τελειώνει μια εξουθενωτική μέρα και επιστρέφεις σπίτι,  βαθιά μέσα σου δημιουργείται ένα αίσθημα αυτοεκτίμησης, που δεν συγκρίνεται  με όλες τις ξάπλες του κόσμου μαζεμένες.  

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.