Τίποτα δεν τελειώνει. Όλα απλά υπάρχουν, ήταν ανέκαθεν εκεί.

Αν ψάξεις θα βρεις μερικές τέτοιες ιστορίες. Σαν αυτή που ακολουθεί.

Η Marina γνώρισε τον Frank σε κάποιο θέατρο μοντέρνας τέχνης τη δεκαετία του ‘70. Ήταν ο μόνος που δεν τη χειροκρότησε μετά την παράσταση. Κι έκανες το λάθος να μη δώσεις αξία απλόχερα σε γυναίκα; Μαγνητίστηκε για τα καλά.

Συστήνονται μοιραία και έτσι απλά ένας παθιασμένος έρωτας «ξεκινάει».

Καλλιτέχνες και οι δύο, επιλεγούν την έκφραση των σωμάτων τους για να μεταδώσουν τα αισθήματα. Για να διδάξουν όλα εκείνα που θέλουν οι ίδιοι να μάθουν, σαν εν δυνάμει δάσκαλοι και μαθητές .

Δίνουν παραστάσεις ακραίες, ταπεινωτικές. Κόβουν τις σάρκες τους σαν χασάπηδες ή στρατιώτες και προκαλούν αηδία στο κοινό. Κλείνονται σε κουτιά σαν φυλακισμένοι ή φυγάδες και αρνούνται να φάνε ή να πιουν οτιδήποτε για μέρες.

Γιατί ο καλλιτέχνης είναι πολεμιστής.

Ανίκανοι να θεοποιήσουν τη φήμη και δόξα που τους τάζουν χάνονται στην Ευρώπη με ένα αμάξι. Έτσι δε χρειάζεται να πληρώσουν ενοίκιο, ρεύμα ή νερό. Δουλεύουν, βοηθάνε σε αγροκτήματα, σπέρνουν χωράφια με αντίτιμο δυο πιάτα φαγητό και ένα μπιτόνι βενζίνη.

Και είναι ευτυχισμένοι γιατί έχουν ο ένας το άλλον. Κάνουν αυτό που αγαπούν.

Δεν τους νοιάζει η αναγνώριση που άθελά τους αποκτούν και κρύβονται στα δάση για να μην τους βρουν οι δημοσιογράφοι.

Τα βράδια αναπνέουν ο ένας την ανάσα του άλλου και λιποθυμούν μαζί. Ένα σύμβολο για τ’ άσχημα κομμάτια μας που φροντίζουμε να φορτώνουμε σε όσους δεν τ’ αξίζουν. Να μας θυμίζουν την καρκινιά μιας αρρωστημένης εξάρτησης που γουστάρουμε να βαφτίζουμε αγάπη για να νιώθουμε άγιοι και μάρτυρες.

Είναι ευτυχισμένοι.

Μέχρι που η ζωή τους χωρίζει.

Και εκείνοι, δυο άνθρωποι που ξέρουν πως τίποτα δεν είναι τυχαίο και όλα έχουν το νόημά τους, ταξιδεύουν μια θάλασσα που μιλάει τη γλώσσα των ερωτήσεων για να φτάσουν στην Κίνα.

Ξεκινούν με τα πόδια από τις δυο άκρες του Τείχους για να καταλήξουν στην μέση, για τελευταία φορά να αγκαλιαστούν κάτω από έναν ουρανό που απαντάει με τη γλώσσα της σιωπής, και να μην ξαναειδωθούν ποτέ.

Ακόμα και την τελευταία τους στιγμή αποφάσισαν να την εκφράσουν μέσα από μια συμβολική κίνηση. Ένα ταξίδι ημερών για τον καθένα, κάθε λεπτό για τα χρόνια που περάσαν πριν γνωριστούν. Μια αγκαλιά για την αγάπη που ένιωσαν. Και ένα αντίο για το καθετί σ' αυτήν την ύπαρξη που είναι εφήμερο και προσωρινό.

Κοντά σαράντα χρόνια θα περάσουν και η Marina Abramovich καταξιώνεται πλέον σε ιέρεια της τέχνης και «γιαγιά της performance».

Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης. Νέα Υόρκη, Μάιος 2010.

Για τρεις μήνες, παραμένει ακίνητη και αμίλητη, καθιστή σε ένα τραπέζι προσκαλώντας τους θεατές να την κοιτάξουν στα μάτια για όσο αντέχουν.

Άλλοι φεύγουν νευριασμένοι. Άλλοι γελάνε. Άλλοι κλαίνε στο λεπτό. Κανείς δεν μένει για πολύ.

Μια τέτοια πράξη απαιτεί ψυχική δύναμη ισάξια με την σταθερότητα ενός βουνού. Πρέπει να είσαι παρών. Να παραμένεις ήρεμος ενώ μια χαοτική θύελλα από συναισθήματα, που νομίζουν ότι κρύβουν, προσπαθεί να σε παρασύρει. Τα μάτια είναι τα παράθυρα της ψυχής. Και δεν αντέχουν να γίνεσαι καθρέφτης, δείχνοντας τους το ποιοι είναι.

Για 8 ώρες, κάθε μέρα, καθισμένη έσπειρε αμέτρητα «γιατί» σε περίπου 750.000 θεατές.

Και έμεινε ακλόνητη. Ράκος, όμως δεν παραιτήθηκε. Γιατί ο καλλιτέχνης είναι πολεμιστής.

Μέχρι που ένας κάποιος, άγνωστος ανάμεσα σ’ άγνωστους, ήρθε και έκατσε απέναντί της.

Όταν σήκωσε το βλέμμα της απορία και ευτυχία δεν άντεξαν υπό κράτηση. Κοντά της και πάλι ο Frank.

Τόσα χρόνια πέρασαν και η μόνη διαφορά κάτι ρυτίδες και ασπρισμένα μαλλιά. Δώρο της ωρίμανσης και των εμπειριών. Όμως τα μάτια παραμένουν ίδια. Δεν αλλάζουν αν ο νους σου δεν το θέλει.

Δεν αντέχει και χαμογελάει από καρδιά πιο δυνατή του ελέγχου.

Επιστρέφει άρον-άρον στην έκφραση που διατηρούσε τόσες μέρες. Την έκφραση της αποδοχής και της απάθειας. Πρέπει να έχει πειθαρχία. Αυτοκυριαρχία.

Και όσο εκείνος της χαμογελάει και ανασηκώνει τους ώμους του, λέγοντας της με τα μάτια «δεν πειράζει» με ακόμα μεγαλύτερη αποδοχή γι’ αυτό που είναι, τόσο εκείνη δεν μπορεί να κρατήσει τα δάκρυα.

Μέχρι που σπάει και σκύβει μπροστά να τον αγγίξει. Οι παλάμες της, προς τα επάνω, να δείχνουν την ανάγκη για δυο χέρια που κάποτε τη χάιδευαν με αγάπη και φροντίδα.

Ψυχές που ήρθαν κοντά, που αγαπήθηκαν και ανυψώθηκαν μαζί μέσα απ’ την ίδια τέχνη.

Πόσα να πεις; Πόσα να κρύψεις; Και πόσο να κλάψεις; Γιατί κι αυτό είναι στο πρόγραμμα.

Λίγες κουβέντες με ουσία, για εκείνους και μόνο. Δυο καρδιές που θυμούνται τις στιγμές. Δυο βλέμματα που έζησαν και μεγάλωσαν μαζί. Όμως για κείνους είναι αρκετά.

Απομακρύνεται πρώτη και με χαμόγελο ο Frank σηκώνεται και απομακρύνεται με μια πλάτη ίσια, περήφανα. Το κεφάλι ψηλά. Ενός ανθρώπου που κλαίει. Δεν κλαίγεται.

Η Marina σκουπίζει τα δάκρυα με τα μάτια της κλειστά, θέλει να κρατήσει αυτή του την εικόνα.

Παίρνει τη γνωστή έκφραση και σαν βουνό κοιτάει τον επόμενο που κάθεται απέναντί της.

Η τέχνη είναι πάνω απ’ όλα και ο καλλιτέχνης πολεμιστής.

Κι ας επιτρέπει στον εαυτό του να λυγίσει κάπου-κάπου.

Όταν πρέπει. Όταν το νιώθει. Όταν αξίζει.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.