Καύσωνας.

Μέρες γεμάτες με βουτιές στη θάλασσα, τσιπουράκια στις ταβέρνες, βόλτες στο λιμάνι. Και αφού έχεις κοπανήσει μερικά ποτάκια, γυρνάς στο σπίτι για να ταβλιαστείς και να κάνεις τα ίδια ακριβώς την επόμενη μέρα.

Με μια λέξη, ευτυχία.

Κάνεις το ντουζάκι σου και πέφτεις στο κρεβάτι καθαρός, μοσχοβολιάρης, με τέντα ανοιχτά παράθυρα για να σε χαϊδεύει το δροσερό αεράκι που πάει να πιάσει, καθώς παραδίνεσαι στην αγκαλιά του Μορφέα.

Και καθώς βυθίζεσαι αργά στη λήθη του σκοταδιού ακούς ένα θόρυβο.

Αδύναμος. Ίσα-ίσα που τον κατάλαβες. Όχι τόσο ώστε να σε τσιτώσει αλλά αρκετά δυνατός για να καταλάβεις ότι δεν ήταν της φαντασίας σου. Παρόλα αυτά η γλύκα του ύπνου σε μαγεύει σαν Σειρήνα και σε καλεί ξανά πίσω. Κλείνεις τα μάτια και εύχεσαι να σε πείραξε το gin.

Και τότε το ακούς ξανά.

Ανακάθεσαι στο κρεβάτι κάνοντας όσο το δυνατόν περισσότερη ησυχία για να προσδιορίσεις από πού έρχεται.

Η κοπέλα σου αντιλαμβάνεται ότι ξύπνησες. Με ανοιχτά μάτια ͘ σε κοιτάει και καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά.

«Το άκουσες κι εσύ;» ψιθυρίζει.

Χωρίς να βγάλεις άχνα, κουνάς το κεφάλι σου καταφατικά και ξαναγυρνάς το αυτί σου προς την πόρτα της κρεβατοκάμαρας. Περιμένεις.

Το μυαλό σου τρέχει με χίλια και σιγά-σιγά νιώθεις τις τρίχες στο σβέρκο σου να σηκώνονται. Κάτι υπάρχει μέσα στο σπίτι. Κάτι που θέλει το κακό σας.

Αναρωτιέσαι πως μπήκε μέσα. Θυμάσαι ότι κλείδωσες πόρτες και παράθυρα πριν φύγετε το πρωί για παραλία.

Θυμάσαι να μην είδες τίποτα το περίεργο όταν γυρίσατε.

Όχι όχι. Δεν μπορεί. Ότι και να είναι πρέπει να μπήκε τώρα στα κοντά. Αφού επιστρέψατε.

Ίσως να περίμενε να πέσετε για ύπνο, ίσως να μπήκε όταν ανοίξατε για να αεριστεί το σπίτι από την κλεισούρα της ημέρας.

Το ακούς ξανά και γυρνάς απότομα το κεφάλι στο ταβάνι. Μπορεί να είναι από πάνω.

Κρύος ίδρωτας αρχίζει να δημιουργείται στο κούτελο σου. Δεν το πιστεύεις.

Δε φανταζόσουν ότι θα βρεθείς σε μια τέτοια κατάσταση. Νόμιζες ότι ήσουν προετοιμασμένος. Ότι ήσουνα πιο έξυπνος.

Όμως να που τώρα είσαι δω. Καθισμένος στο κρεβάτι, περιμένεις ξανά έναν ήχο και ίσως το κουράγιο για να σηκωθείς και αντιμετωπίσεις τον κίνδυνο.

Το σκέφτεσαι ακόμα.

«Λες αν παριστάνω ότι δεν κατάλαβα κάτι να φύγουν; Αν το παίξω κοιμισμένος ίσως και να μην μας πάρουν χαμπάρι»

Για λίγο βρίσκεις παρηγοριά σε αυτή τη σκέψη. Δεν είναι λίγες οι φορές που όσοι δεν ύψωσαν ανάστημα κατάφεραν να γλυτώσουν. «Του φευγάτου η μάνα δεν έκλαψε ποτέ» λένε.

Γυρνάς και κοιτάς ξανά την κοπέλα σου που έχει κουκουλωθεί με το σεντονάκι και κρατάει τα χέρια της μπροστά απ’ το στόμα. Φοβάται.

Έχεις υποχρέωση να την προστατεύσεις. Έχεις υποχρέωση να μην την αγγίξουν. Τι σόι αρσενικό είσαι αν είναι να κάτσεις με σταυρωμένα χέρια ενώ σας κάνουν κακό; Δεν μπορείς να το δεχθείς.

Και καθώς το αίμα σου ανεβαίνει ακούς ξανά τον γνωστό ήχο, και έναν δεύτερο, και έναν τρίτο...

Κοκαλώνεις. Δεν το περίμενες αυτό. Δεν έχεις να αντιμετωπίσεις μόνο έναν. Υπερέχουν αριθμητικά. Και αυτό αλλάζει όλα τα δεδομένα της στρατηγικής που πρέπει να ακολουθήσεις.

Δεν έχεις τίποτα κοντά σου για να υπερασπιστείς και τους δυο σας. Το δωμάτιο είναι άδειο εντελώς. Τα ρούχα σου αφημένα δίπλα στην καρέκλα. Ένα τασάκι στο τραπέζι εφτά βήματα μακρυά.

Σκέφτεσαι τη ζώνη απ’ το παντελόνι σου αλλά ξέρεις πολύ καλά ότι δεν είσαι Ιντιάνα Τζόουνς να τη χειριστείς σαν μαστίγιο.

Δεν έχεις επιλογές και αυτό είναι σαν σπίθα σε αχυρώνα για έναν άντρα.

Χάνεις τον έλεγχο.

Το μυαλό σου αρχίζει να παίρνει φωτιά. Από την μια να σκέφτεσαι λογικά για το πως θα προστατευτείς και από την άλλη ο εγωισμός σου να βαράει κόκκινο που τόλμησαν να παραβιάσουν το σπίτι σου.

Και πάντα το συναίσθημα θα επικρατεί της λογικής.

Θες να συγκρατήσεις το κτήνος μέσα σου μήπως και μπορέσεις να γλυτώσεις τη βία. Όμως άδικα. Έχεις ήδη παραδοθεί και όλα όσα σκέφτεσαι ξέρεις πολύ καλά ότι είναι δικαιολογίες και φόβοι.

Δικαιολογίες που δεν ταιριάζουν σε κάποιον που τιμά τα παντελόνια που φοράει. Φόβοι που δε χωράνε σε ένα πραγματικό αρσενικό όπως εσύ.

Και τότε σε κυριεύει ο θυμός. Ένστικτο αρχέγονο, υπάρχει εδώ και εκατομμύρια χρόνια για να σιγουρέψει την επιβίωση σου. Τη δικιά σου και όσων αγαπάς.

Όλα γίνονται κόκκινα και με μια κίνηση που θυμίζει αστραπή, πετάγεσαι από το κρεβάτι και πατάς το διακόπτη για το φως με το ένα χέρι ενώ αρπάζεις μια εφημερίδα από το κομοδίνο σου με το άλλο.

Η οργή πρέπει να βγει από μέσα σου και νιώθεις τα σωθικά σου να φουσκώνουν. Ξέρεις ότι μια πολεμική κραυγή ίσως εκφοβίσει τους εισβολείς εις άτακτην φυγή.

Αλλά δε σε νοιάζει.

Θέλεις το αίμα τους όπως και να χει.

Κι έτσι ακούς τη φωνή σου να σπάει τη σιγή της νύχτας.

«Πούστικα κουνούπια. Θα πεθάνετε...»

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.