Και τώρα λέει, γράψε ένα κείμενο για το επίθετό σου. Να γράψω πολυχρονεμένε μας Πατισάχ, χαλάω εγώ χατίρι; Τώρα που βρήκα κόσμο να διαβάζει τα γραπτά μου χωρίς να ψάχνει να μου φορέσει ζουρλομανδύα να το παίξω ντίβα; Θα το παίξω μετά που θα είμαι πλούσιος και καταξιωμένος.

Ταμτάκος λοιπόν, όνομα βαρύ. Σαν το «Σουγλάκος».  Σαν τα βιβλία της ιστορίας ένα πράγμα, εκείνα τα κοτρόνια που τα έβαζες στην τσάντα και νόμιζες ότι κουβαλούσες κάνα τανκ στην πλάτη. Άλλα τον βαρύμαγκα τον Μόσιο τον παραδέχτηκα: πήρε το όνομα από κάποιον φίλο του (ο οποίος σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ήταν ξαδέρφι του πατέρα μου, και δεν κράτησε και καμιά πισινή με τα πνευματικά δικαιώματα τρομάρα του) και έκανε τον κόσμο να γελάσει. Βλέπεις,  όποιος κάνει τον κόσμο να γελάσει, για μένα είναι καλός. Και εγώ αυτό προσπαθώ να κάνω, αν και περιορισμένη επιτυχία.

Τώρα που το σκέφτομαι το σόι έχει βγάλει και έναν σελέμπριτι: τον μπαρμπα-Γιάννη Ταμτάκο, ο μεγαλύτερος σε ηλικία αναρχικός στον ελλαδικό χώρο. Μορφάρα ο θείος απ' τις λίγες, τα δε ενδοοικογενειακά ανέκδοτα έδιναν και έπαιρναν. Ποτέ ειρωνικά, να το ξεκαθαρίζω. Και προς τιμήν του, ποτέ δεν με επηρέασε πολιτικά. Όχι δηλαδή ότι θα έβρισκε και εύφορο έδαφος, τέτοιο αργόστροφο που ήμουνα, αλλά λέμε τώρα. Αλλά εκεί τελείωσε η όποια μας ελπίδα για αναγνώριση.

Αυτό το όνομα πλέον δεν το αλλάζω με τίποτα. Τώρα μόνο, γιατί πιτσιρικάς κατέβαζα κάτι κατανυκτικά χριστολείτουργα, μιας και το τρολάρισμα πήγαινε θύελλα. Άμα προσθέσεις και το σουλούπι μου τότε, ούτε παραγγελιά για δούλεμα λέμε: μεγάλα αυτιά, να πιάνεις BBC London χωρίς δορυφορικό πιάτο, χοντρούλης και μια τζούρα μοναχοπαίδι, έκανα ένα εκρηκτικό πακέτο.

Μεγαλώνοντας άρχισα να σουλουπώνομαι λίγο, μιας και χειρότερα δεν μπορούσε να γίνει η κατάσταση και άρχισα να χωνεύω κάπως περισσότερο το επίθετο μου. Μετά βέβαια ο Θεός απέδειξε ότι έχει χιούμορ, όταν έφυγα για κάποιο διάστημα στο εξωτερικό: εκεί το επίθετο μου ήταν (σχετικά) πιο ευκολοπρόφερτο από το όνομα μου. Κάντε μια δοκιμή: βρείτε ένα γερμανόφωνο και πείτε του να προφέρει το «Παναγιώτης». Να είστε σίγουροι ότι θα προτιμήσει να παρακαλέσει την Μέρκελ να μας δώσει κάνα φράγκο παρά να το προφέρει.

Αλλά όλα αυτά φίλες και φίλοι, ήταν φτάρνισμα σε θύελλα σε σχέση με το τι συνέβη όταν πήγα στρατό. Αν για κάθε φορά που άκουγα το κλασικό αστείο-που-δεν-είναι-αστείο «Ταμτάκος; Εσύ δεν έπρεπε να είσαι ναυτικό;» έβαζα ένα ευρώ στην άκρη, χαλαρά τώρα θα σας έγραφα από τις Σεϊχέλες με 2-3 μοντέλες παρέα.

Σοβαρά τώρα, δηλαδή κάτι καλύτερο δεν μπορούσε να σκεφτεί κανένας; Το επόμενο πρόβλημα ήταν πως να περάσεις απαρατήρητος εκεί μέσα. Η απάντηση είναι απλή: Δεν περνάς. Είναι ρε φίλε, σαν να έχει πάει στο Μέγαρο έχοντας φάει φασολάδα με μπούκοβο και και να πιστεύεις ότι δεν θα σου φύγει καμιά κρότου λάμψης. Ε, θα φύγει η ρημάδα η αλανιάρα, τι να κάνεις;

Κάποτε τέλειωσε και ο στρατός και αφού γύρισα γεμάτος πολεμικές δάφνες, ξανάρχισε πάλι η γλυκιά καθημερινότητα. Βέβαια ο χαβαλές δεν έχει τελειώσει ακόμα: ας πούμε λόγω δουλειάς, μιλάω καθημερινά με πολύ και άγνωστο κόσμο και συνήθως η πρώτη εντύπωση μετράει πολύ. Τέτοια γλύκα που βάζω στην φωνή, ούτε δανεικά να ζητούσα δηλαδή, τέτοια πράματα.

Ξεκινάω δηλαδή ο καλός σου να παίρνω το σοβαρό μου ύφος και με το που φτάνουμε στο μέρος που λέω το επίθετο μου σκάνε γέλια. Πολλά γέλια, υστερικά γέλια, γέλια, θαρρείς και ο μάγκας βλέπει Μητσικώστα ένα πράμα. Κανένας σεβασμός στον βιοπαλαιστή που πασχίζει για ένα ταπεινό μεροκάματο που θα του επιτρέπει να ξερογκαζάρει την πειραγμένη του Πόρσε 911.

Μετά από λίγο σοβαρεύονται, αλλά εγώ έχω μέχρι εκείνο το σημείο περισσότερα νεύρα από τον Ιωαννίδη στα καλά του. Ύστερα βέβαια, σκέφτομαι τη θετική πλευρά των πραγμάτων: σκέψου να με έλεγαν Κωλομπούρδα δηλαδή. Η να ήταν κάνα τρόλι ο νονός και να βγεις με ένα συνδυασμό τύπου Αριστομένης Ξεσφίγγης και να κυκλοφοράς με χαρτοσακούλα απ’ τη ντροπή. Καλά είμαστε λοιπόν, έχουμε και κυβέρνηση πρώτη φορά αριστερά (εδώ περνάω γκρίζο πολιτικό μήνυμα), πασάκες είμαστε.

Άλλωστε με το πέρασμα του χρόνου έχω γίνει τραγικό attention whore. Οπότε τι ωραιότερο να ακουστεί το επίθετο μου, να πέσει η ερώτηση «μα, όντως είναι αυτό το επίθετο σου;». Μην το δίνεις ρε φίλε/η, έτσι πάρ’το βάλτο, έτσι κι αλλιώς η λογοδιάρροιά μου θα βρει πάτημα να ξεδιπλωθεί και να φέρει την ώρα και την στιγμή να ελπίζεις να πέσει κάνα αμόνι ACME, μπας και βγάλω το σκασμό.

Γιατί εγώ δεν, αφού ναι μεν, αλλά.

 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.