Ξέρω. Πήγες στον πίνακα με τις αναρτήσεις και το όνομα σου έλειπε. Ξεροκατάπιες. Πρώτη σου σκέψη ήταν ότι δεν είδες καλά. Ξανακοίταξες με προσοχή. Μετά με αγωνία. Μετά με απελπισία και στο τέλος με απόγνωση. Απέτυχες. Δίπλα σου άλλοι πανηγυρίζουν για τη σχολή προτίμησης τους, άλλοι ανακουφίστηκαν, κι εσύ μόνος. Όσο μεγαλόψυχος και να είσαι, λυγίζεις. Ανθρώπινο είναι και εσύ είσαι ακόμα παιδί.

Πέρασες δύο, μπορεί και παραπάνω εφιαλτικά χρόνια με χαμένα καλοκαίρια, παπαγαλία, άγχος που θα λύγιζε και ενήλικο. Φροντιστήρια, εξετάσεις, πίεση, κανιβαλισμό. Φιόγκος το στομάχι σου. Πώς το λες τώρα στους γονείς σου; Ήδη το βλέπεις να έρχεται την ώρα που θα πας στο σπίτι και θα πρέπει να το πεις. Κι αυτό το βάρος είναι ασήκωτο.

Μετά αρχίζει ο επόμενος κύκλος της τυράγνιας. «Δε διάβασες, δεv προσπάθησες, δε συγκεντρώθηκες, πώς τα κατάφερε το παιδί του γείτονα και όχι εσύ, μ' απογοήτευσες.» Θαρρείς και δεν ήθελες να πετύχεις. Δε μόχθησες, δε ξενύχτησες, δεν έβαλες τα κλάματα από την πίεση και από τον πόνο να πετάς τα πιο γόνιμα σου χρόνια στο κωλάδικο που ονομάζεται ελληνικό σχολείο. Ήδη η γειτονιά θα πάρει εκείνο το ύφος μισό απόλαυση, μισό ντεμέκ συμπόνοια: «ξέρεις, ο γιος της τάδε δεν πέρασε.»

Και τράβα εσύ το ζόρι. Ιδρωμένος, πανικόβλητος και με πάντα κάποιον συγγενή, γνωστό να λέει το μακρύ και το κοντό του. «Και τι σας λείπει και τεμπελιάζετε, και τι ζόρια περάσανε και εμείς τον καιρό μας» και άλλες μπούρδες. Κι εσύ ασθμαίνεις και δεν παίρνεις ανάσα. Σε ζόρισαν τόσο με την καραμέλα του πανεπιστημίου, θαρρείς και το χαρτί θα σ ανοίξει κάθε πόρτα. Να που πέφτουν όλοι απάνω σου: «τι θα κάνεις τώρα:»

Ούτε ξέρεις. Πού να ξέρεις; Μέσα στην τρικυμία του μυαλού σου, όλα χάος, όλα αδιέξοδο. Αν σου έλεγαν ότι ψάχνουν εθελοντές να πολεμήσουν στη Συρία θα πήγαινες. Ή εργάτης στο Τσέρνομπιλ. Κάτι τέλος πάντων, να μην έχεις αυτή την πίεση να σε ποτίζουν οίκτο σαν να είσαι κανένας κακομοίρης. Και από δίπλα ένα «έτσι πως τα έκανες, κάνε ό,τι καταλαβαίνεις.»

Μα τόσο έγκλημα είναι πια η αποτυχία; Τόσος φόβος; Δεν υπάρχει καμία διέξοδος; Κάποιος να σε καθοδηγήσει, να σου μιλήσει, να σου πει βρε αδερφέ, ότι ανθρώπινο είναι, αυτή είναι η ζωή. Μια γραμμή από απογητεύσεις, με λίγη χαρά για πασπάλισμα. Και πόσες φορές ακόμα θα απογοητευτείς! Από φίλους που θα σε ξεγράψουν, από σχέσεις, από δουλειές, ακόμα και από τους γονείς σου, τους πιο κοντινούς σου ανθρώπους.

Έλα, πάρε τσιγάρο. Δεν καπνίζεις, έτσι; Έτσι έλεγα κι εγώ και έπαιρνα τα τσιγάρα του παππού μου, που δεν τα μετρούσε. Μη με κοιτάς καχύποπτα, κι εγώ προχτές στη θέση σου ήμουνα. Ναι, κι ας μη με πιστεύεις. Κοιτάς τα περιττά κιλά μου, το σπορτίφ μου ντύσιμο και το μάτι σου πέφτει στις άσπρες μου τρίχες. Πόσα έτη φωτός μακρυά να σου φαίνομαι, ένας θεός ή δαίμονας ξέρει. Αλλά πίστεψε με, μη με βλέπεις έτσι. Μεθαύριο θα είσαι στην θέση μου, με δουλειά, κοπέλα, ίσως γυναίκα και παιδί.

Ναι ρε, μη χασκογελάς. Προχτές σπάγαμε τηλεφωνικούς θαλάμους και πλακωνόμασταν για ιδρωμένες φανέλες. Και σήμερα τρέχουμε να πληρώσουμε εισφορές, λογαριασμούς, να προλάβουμε ραντεβού. Ναι εμείς, που δεν περάσαμε. Που δεν μπήκαμε σε ΑΕΙ-ΤΕΙ. Όχι ότι δεν θα θέλαμε. Αλλά δεν μπήκαμε. Και είμαστε εδώ. Ζήσαμε και μετά τις πανελλήνιες. Και ο καθένας μας έκανε ό,τι μπόρεσε, μικρό ή μεγάλο.

Σκούπισε τα δάκρυά σου αγορίνα ή κοπελάρα, μη ζορίζεις τα μάτια σου άλλα. Έχουν ακόμη να χύσουν πολλά δάκρυα και δεν κάνει να τα ξοδεύεις. Κι αν σ' ακούγονται όλα αυτά μπούρδες, καλά λες. Κλέψε λίγο χρόνο και ηρέμησε. Μόνο αυτοί που δε θέλουν δε σηκώνονται από το χώμα. Και δες με, εδώ είμαι. Ευυπόληπτος πολίτης, σπουδαγμένος, clean cut μεσοαστός. Αυτούς δηλαδή που βλέπει το μάτι σου και γυαλίζει. Και καλά κάνει. Μεγαλύτερα κωλόπαιδα από τους γραβατωμένους δεν υπάρχουν. Αλλά και τι να γίνει που μ' αυτούς θα νταλαβερίζεσαι. Ή όχι;

Στο χέρι σου είναι. Ξέρεις πού θα με βρεις. Πάμε τώρα.
 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.