Γιατρέ μου, δεν είμαι καλά. Καθόλου καλά, κιόλας. Τι έχω; Γιατρέ μου ζω ένα δράμα. Τραγωδία. Πορεία του Άρη στο ποδόσφαιρο, πώς το λένε;

Όχι, δεν έχει να κάνει με τη δουλειά. Δουλειά έχουμε, λεφτά δεν έχουμε, αλλά δε βαριέσαι, άμα ήταν να πληρωνόμασταν κιόλας θα είχε χαλάσει η κοινωνία. Ούτε γιατρέ μου, ούτε με την υγεία, ευτυχώς. Να φανταστείς, πήγα να δώσω αίμα τις προάλλες, μπας και φύγει κάνα κιλό και αλλάξει την ένδειξη «τοφάλι είσαι, τι το κουράζεις;» η ζυγαριά. Με βλέπει, λοιπόν, το πιεσόμετρο «καλώς τον, δεν ήξερα ότι τα μενίρ είναι αυτοκινούμενα», αρχίζει τα φσουπ,φσουπ και βγάζει μια ένδειξη, ούτε μπέμπης να την είχε. Άλλο, άλλο είναι το πρόβλημα. Και το βρήκα εδώ μέσα στο mindthetrap.

Βγαίνει που λες η αναρχοαρχισυντάκτρια και τι δε μου ‘σουρε! Ούτε ο Σαλπιγγίδης για τη μεταγραφή στον ΠΑΟ δεν άκουσε τόσο κράξιμο. Δεν τα λέω όλα, γιατί θα στεναχωρηθώ κι άμα στεναχωρηθώ τρώω κι άμα τρώω δε χωράω στα ρούχα μου και δεν είμαστε για έξοδα. Και γιατί μου τα έσουρε γιατρέ μου;

Γιατί νόμισε ότι είμαι Αθηνέζος. Εγώ, γιατρέ μου, που γεννήθηκα στην Τούμπα. Που λέω λλλλ και στραβώνουν της φυλακής οι μπάρες. Που άμα οι μπουγάτσες που έχω φάει ήταν ένσημα, θα σας έστελνα καρτ ποστάλ απ' τις Μπαχάμες. Δηλαδή πόσο πιο χαμηλά να ξεπέσω; Ποιον πάτο να βρω; Θα μου πάρουν το διαβατήριο γιατρέ μου και θα τη βγάζω χαρμάνης κι άφραγκος κάτω απ' τ' αυλάκι.

Ψάχνω, γιατρέ μου, ψάχνω εναγωνίως να δω τι έχω κάνει λάθος. Πού λοξοδρόμησα και έχω δώσει τέτοια εντύπωση; Κατέβηκα Αθήνα σαν άνθρωπος κι εγώ να κάνω μια βόλτα, γύρισα πίσω για να φάω τέτοιοv κάζο; Ω, ‘Αη Δημήτρη πολιούχε και ψυχοσώστη, δώσ’ μου φώτιση (να δω πού τα έκανα μαντάρα. Εντάξει, το έπαιξα απόκρυψη και έλεγα καλαμάκι αντί για σουβλάκι, αλλά μέχρι εκεί. Και τι να ζηλέψω δηλαδής, δεν κατάλαβα; Που μας έχουν τζουρνέψει τα μισά ονόματα οδών και δρόμων και έχουν φτάσει μέχρι και μαγαζιά να έχουν τα ίδια ονόματα με τα δικά μας; Να βρείτε δικά σας ρε, που δεν έχετε ούτε ιερό ούτε όσιο, ειδωλολάτρες. Γι' αυτό στέλνει ο Μεγαλοδύναμος πλημμύρες και καταποντισμούς. Ενώ εμείς δω πάνω, πένα.

Γιατρέ μου, σώσε με, κάνε κάτι, θ’ αρχίσω να λέω το κασέρι κίτρινο τυρί. Θα λέω τις αλοιφές σαλάτες, θα λέω το σε σου, και το με μου. Θα σκωθεί ο θείος Χαράλαμπος, Θεός σχωρέστον να με κυνηγήσει. Ήμουνα που ήμουνα ντροπή της οικογένειας λόγω Άρη, τώρα εδώ μιλάμε για προδοσία. Θα κόψω τη ρετσίνα και την μπουγάτσα, γιατρέ μου, με χάνεις. Θα κόψω το Ροδοπάκι το κακάο και θα πίνω Μίλκο, θα κόψω Ραγκάτση από πρωινή ζώνη και θα ακούω αθηνέζους ρεπόρτερς. Πώς έγινε αυτό; Πού είσαι Ογκουνσότο που το ποτς το βρήκες, το γκένεν δεν το βρίσκουμε και τρέχουμε και δε φτάνουμε τώρα. Τι είναι, γιατρέ μου; Αρρώστια, καταποντισμός, τα ύστερα του κόσμου;

Αχ, αχ, δε φταίει κανείς. Θα αμάρτησα. Έχει γούστο εκεί που κατέβηκα Αθήνα, να είπα κανένα «καλά περνάμε εδώ» που άφησα γραφεία και υποχρεώσεις και το έριξα στο γλεντοκόπι. Οι αμαρτίες όμως πληρώνονται, τίποτα δεν περνάει ντούκου. Τώρα ετοιμάζονται να με διαγράψουν φίλοι και γνωστοί, ρετσινομάχοι και μπουγατσολάτρες. Θα βγαίνω για καφέ και θα μου πετάνε λεμονόκουπες και είναι και άγουρες τρομάρα τους τέτοιον καιρό. Θα πηγαίνω στα στέκια και μου γυρνάν πλάτη. Αχ, φωτιά στα μπατζάκια μου, γιατρέ και τι να κάνω; Έχεις ιδέα; Εμ, γι' αυτό ήρθα να δώσεις καμιά, όχι μόνο να μας τρως τα πενηντάρικα σαν τα ηλεκτρονικά τον παλιό καιρό.

Ναι (ψσσψψψσψψσψψψσψσ), όχι ρε γιατρέ, σοβαρά; Δηλαδή...Ε, άμα είναι να γλιτώσω, για κόνξες είμαστε. Οπότε λοιπόν αυτή είναι η συνταγή ε; Καλά γιατρέ μου, άμα το λες. Και σίγουρα θα γιατρευτώ; Ε, άμα είναι, χαλάλι.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.