Κοιτάζω την οθόνη και πληκτρολογώ. Στο ένα αυτί το σταθερό, στο άλλο το κινητό και στα δεξιά μου ένας κύριος που έχει περάσει πίσω από το γραφείο και έχει σχεδόν κολλήσει πάνω μου για να μου πει μυστικά να του κλείσω ένα ραντεβού με τη γιατρό.

Ο ασθενής που εξεταζόταν βγαίνει από το εξεταστήριο, τον ρωτάω αν είναι όλα καλά και απαντάει «ε, εντάξει δε θα πεθάνω τώρα ακόμα». «Α, ωραία!», απαντάω αφηρημένα σαν να μου έλεγε πως θα πάει για καφεδάκι και θα ρίξει και καμιά βουτιά.

Αυτά έχουν τα επαγγέλματα που σε φέρνουν σε επαφή με τον κόσμο και μάλιστα όταν βρίσκεται σε κρίσιμες στιγμές. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, απαραίτητο προσόν για να είσαι καλός στη δουλειά σου είναι η ενσυναίσθηση.

Είναι δυνατόν, όμως, να βρίσκεσαι διαρκώς σε κατάσταση ενσυναίσθησης, όταν ταυτόχρονα έχεις να κάνεις με γραφειοκρατία, παράλογες απαιτήσεις του κόσμου που σε θέλουν απίκο 24/7, μια οθόνη διαρκώς στο οπτικό σου πεδίο και ένα τηλέφωνο που δε σταματά να χτυπά;

Όσο και αν το θέλεις δεν είναι. Δυστυχώς ή ευτυχώς, όσο πιο πολύ καιρό ζεις μια κατάσταση, τόσο πιο αναίσθητος γίνεσαι απέναντί της. Αποκτάς άμυνες, ανοσία.

Οπότε εκεί που ο πόνος του άλλου σε καταρράκωνε και τον έπαιρνες μαζί σου και τον κουβαλούσες πάνω σου όλη μέρα, μια παρόμοια κατάσταση μπορεί να σε επηρεάσει πολύ λιγότερο μετά από καιρό. Δεν είναι αδιαφορία. Είναι ίσως πια μια συνήθεια κι αυτό. Έχεις μάθει να βλέπεις πόνο και δύσκολες καταστάσεις που πλέον δε σε αγγίζουν το ίδιο.

Και φυσικά αυτό δεν ισχύει μόνο σε επαγγέλματα έχεις να κάνεις με συμπολίτες. Εκείνος που κάνει εκκενώσεις βόθρων μπορεί κάποτε να σιχαινόταν και να μην άντεχε την βρόμα, όμως με τον καιρό γίνεται η ρουτίνα του. Από αυτό ζει. Αυτό κάνει κάθε μέρα.

Το ίδιο συμβαίνει και με εκείνους που δουλεύουν στα σφαγεία ή στα απορριμματοφόρα ή είναι ιατροδικαστές. Πολλοί από αυτούς, αν όχι όλοι όταν ξεκίνησαν να κάνουν αυτό το επάγγελμα επηρεάζονταν από αυτά που έβλεπαν και άκουγαν. Ίσως να έχαναν και τον ύπνο τους ακόμα.

Αλλά με την πάροδο του χρόνου, η ευαισθησία και η ενσυναίσθηση (ανάλογα με την περίπτωση) αναμειγνύονται με την αναισθησία. Είναι και αυτή η βιασύνη και η πολυδιεργασία που πολλές φορές δε σε αφήνει να επεξεργαστείς ό,τι συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο.

Όπως το ότι εγώ απάντησα «Α, ωραία» στον ασθενή που μου ανακοίνωσε πως δεν πεθαίνει ακόμα και με τον ίδιο τρόπο θα μπορούσα να του είχα απαντήσει «κρίμα». Δεν είχα καν οπτική επαφή μαζί του. Ρώτησα μηχανικά. Ταυτόχρονα έκανα άλλα 3 πράγματα.

Όμως, όσο κι αν κάποιες φορές φαίνεται ότι εγώ, εσύ, αυτός που μας εξυπηρετεί σε έναν άλλο τομέα δε νοιάζονται πραγματικά για εμάς, αλλά για να γίνει απλώς η δουλειά, δεν είναι έτσι.

Όλοι θέλουμε φυσικά να γίνει η δουλειά και να εξυπηρετήσουμε, όπως θέλουμε και να εξυπηρετηθούμε. Κι αν κάποιες φορές φαινόμαστε αναίσθητοι, όταν μένουμε μόνοι μας φέρνουμε ετεροχρονισμένα στο νου μας την ημέρα και σκεφτόμαστε αν όλα πήγαν καλά και πώς νιώσαμε και εμείς και όσοι συναναστραφήκαμε.

Προσωπικά, αν δεν έδωσα αρκετή σημασία σε κάποιον ή ήμουν λίγο πιο ψυχρή από ότι θα ήθελα, νιώθω τύψεις. Προσπαθώ να το έχω στο νου μου και να εξιλεωθώ δίνοντας τη δέουσα σημασία εν ευθέτω χρόνω. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη, όμως. Αυτό δε πρέπει να φεύγει ποτέ.

Κι όταν κάποιες φορές δεν είμαι πολύ απασχολημένη στο γραφείο, παρατάω ό,τι κάνω και μιλάω με τους ασθενείς. Μου ανοίγονται και τους ακούω με προσοχή. Και νιώθω μαζί τους. Και ό,τι ακούω, μένει μέσα μου. Και οι λύπες και οι χαρές. Και τότε νιώθω πως κάνω πια κάτι πραγματικά χρήσιμο και το κάνω σωστά.

Γιατί πάνω από όλα είμαστε άνθρωποι.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.