Εντάξει, απλά φανταστείτε το. Θρήνος και οδυρμός.

Κόσμος με τα κινητά ανά χείρας να ψάχνει απεγνωσμένα σήμα ασύρματου δικτύου, το οποίο όμως δεν έρχεται ποτέ.

Οι εργαζόμενοι στα μαγαζιά κοιτούν απορημένοι, καθώς οι πελάτες τους αναρωτιούνται: «Tι θα κάνουμε τώρα, θα μιλάμε μεταξύ μας δηλαδή;».

Η ακτινοβολία εκείνη η τόσο γνώριμη έχει χαθεί, και την ατμόσφαιρα γεμίζουν πλέον μόνο ραδιοκύματα, καυσαέριο και η γνωστή ευωδιά του Θερμαϊκού (και οι αντίστοιχες μπόχες της υπόλοιπης Ελλάδος).

Κάποιος έχει κλείσει την «παροχή» του wifi.

Και αμέσως μετά κάθισε στην αναπαυτική του πολυθρόνα με μία άσπρη γάτα αγκαλιά, χαμογέλασε σαρδόνια και άρχισε να απολαμβάνει το θέαμα.

Και να χαϊδεύει τη γάτα (εντάξει, δεν είναι τόσο απλό να κόψει κανείς το wifi, απλά το υποθέτουμε, καλά;).

Το τέλος ξεκίνησε.

Από μικροδιαμάχες αρχικά, και συνέχισε με όλο και αυξανόμενης κλίμακας και έντασης συρράξεις.

Ο εκνευρισμός έκανε γρήγορα την εμφάνισή του.

Ο καφές στην παραλία δεν ήταν ο ίδιος. Η μπύρα δεν είχε την ίδια γεύση. Τα μπουζούκια σταμάτησαν να φωτίζονται μπλε.

Οι selfies μειώθηκαν κατά 85% μέσα σε μία νύχτα, και οι τουαλέτες των κλαμπ άδειασαν.

Φίλοι γίνηκαν οχτροί, επειδή σταμάτησαν τα likes.

Φίλες σταμάτησαν να μαθαίνουν η μία για την άλλη, φωτογραφίες στα social media έμειναν σχεδόν ορφανές από σχόλια και «tag».

Τρομοκρατημένοι μερικοί, επέλεξαν το ασφαλές καταφύγιο του σπιτιού και της επίγειας σύνδεσής τους.

Λένε ότι κάποιοι απ’ αυτούς δεν ξαναβγήκαν ποτέ έξω. Είναι ακόμα στα σπίτια τους.

Εκείνοι, οι «άλλοι», που στο τηλέφωνο και το tablet τους είχαν προνοήσει να τοποθετήσουν δορυφορικό διαδίκτυο (βλέπε: «έχω μεγαμπάιτ εγώ ρε γατιά») έγιναν αρχικά στόχος ικεσιών από τον κόσμο που έμεινε άνευ wifi.

Κατάλαβαν όμως γρήγορα τη δύναμή τους, και κοστολόγησαν υψηλά τη λειτουργία του «hot spot» (αλλιώς tethering) του κινητού τους, οι άθλιοι καιροσκόποι.

Έβγαλαν πολλά από τον πόνο, την πίκρα και την πρωτοφανή αδυναμία της πλειοψηφίας να κάνει «check in» στα mikel επί παραδείγματι (παρεμπιπτόντως, γιατί;::).

Και δεν άργησε να γίνει το κακό.

Το πρώτο θύμα του νέου αυτού πολέμου έγινε ένας νεαρός φοιτητής στο Μοναστηράκι, όταν ζήτησε να του αγοράσουν ένα καινούριο ζευγάρι κοκάλινα γυαλιά μυωπίας ως αντάλλαγμα για την παροχή ολιγόλεπτης σύνδεσης.

Τον έριξαν από την ταράτσα του «360», ακριβώς πάνω στο ξύλινο πράγμα εκείνο που ποτέ δεν κατάλαβα τι είναι, δίπλα στα ταξί.

Τα τελευταία του λόγια ήταν: «άμα θες να μπεις στο ίντερνετ θα πληρώσεις, φιλαράκι».

(Τα ήθελε κι εκείνου ο κώλος του, βέβαια.)

Η μυρωδιά του αίματος ξύπνησε τα ένστικτα του πλήθους, το οποίο κατέκλυσε τις εταιρείες κινητής τηλεφωνίας, πλιατσικολογώντας και κατακρεουργώντας αθώους υπαλλήλους.

Τους έφαγαν ζωντανούς.

Η μέχρι τότε δεδομένη χρήση του wifi είχε γίνει εμμονή, και όταν χάθηκε, χάθηκε μαζί της και η παροιμιώδης πραότητα και η έμφυτη ηρεμία του Νεοέλληνα.

Όχι ότι ήταν και κανένας Σουηδός πριν, βέβαια.

Χάος ακολούθησε. Κινητοποιήθηκε η αστυνομία, ο στρατός, το star channel.

Φωτιές στις πλατείες, πορείες στους δρόμους, αιμόφυρτοι διαδηλωτές να κρατάνε ο ένας τον άλλο, μη πιστεύοντας ούτε οι ίδιοι το τι συνέβαινε.

Πέτρες, μαδέρια, καδρόνια και μολότοφ από μπουκάλια Μαλαματίνας γέμισαν τους ουρανούς.

Τα παιδιά έκλαιγαν, οι μεγάλοι φώναζαν, έβριζαν και χτυπούσαν με βία.

Κανείς δεν μπόρεσε να σταματήσει αυτό το κακό.

Κανείς δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί είχε συμβεί.

Οι μόνοι που βρήκαν σχετικά θετική την εξέλιξη αυτή ήταν ένας μικρός αριθμός σερβιτόρων και εργαζόμενων σε μπαρ, οι οποίοι είχαν μπουχτίσει να ακούν «αδερφέ, ο κωδικός για το ίντερνετ ποιος είναι;».

Ποιος εγκληματικός εγκέφαλος βρισκόταν πίσω από την άνανδρη αυτή επίθεση στο δικαίωμα του Νεοέλληνα να κοινωνικοποιηθεί με το να χώσει τη μούρη του μέσα στο κινητό του;

Μην είναι το SPECTRE; Μην είναι ο Πιγκουίνος απ’ τον Μπάτμαν;

Ναι, είναι σουρεαλιστική σα σκέψη, δε λέω. Αλλά ειλικρινά, έχετε σκεφτεί ποτέ πόσο εξαρτημένοι έχουμε γίνει πλέον απ’ το wifi -και το mobile internet γενικότερα-;

Αν μια ημέρα ξαφνικά «χανόταν», πώς θα συμπεριφερόσασταν;

Εντάξει, δεν θα σκοτωθούμε κιόλας μεταξύ μας για το αν θα μπορέσουμε να συνδεθούμε.  

Αλλά μήπως έχουμε υπερβολικά αποσυνδεθεί από ανθρώπους που είναι δίπλα μας, στην προσπάθειά μας να συνδεθούμε με ανθρώπους που βρίσκονται μακριά;

Μήπως μπήκαμε στην προσωπική μας «σαπουνόφουσκα», που μας κρατάει σε μία τεχνητή εσωστρέφεια, και την προφυλάσσουμε με νύχια και με δόντια;

Μήπως να σηκώσουμε λίγο το κεφάλι απ’ το κινητό;

Πριν από δεκαπέντε, είκοσι, τριάντα χρόνια πώς το έκαναν ρε παιδιά;

Δεν είχαν τα ίδια μέσα, σίγουρα. Αλλά μια χαρά συνεννοούνταν.

Ίσως και καλύτερα από σήμερα.  

Ίσως να μην έρθει ποτέ εκείνη η μέρα που δεν θα έχουμε ανάγκη την άμεση ανθρώπινη επαφή, και όλοι αυτοί οι φόβοι αποδειχτούν εντελώς αβάσιμοι.

Ίσως να παραμείνουν στη σφαίρα του κρύου χιούμορ οι σκέψεις αυτές. Και έτσι πρέπει.

Αλλά μέχρι τότε, γιατί να φλερτάρουμε με την απομόνωσή μας;

Είμαστε κοινωνικά ζώα, όχι ζώα σκέτο. Ας μην προβατοποιούμαστε λοιπόν.

Η πιο σημαντική σύνδεση άλλωστε, είναι με τους γύρω μας.

Και μη φοβάστε για το wifi, δεν πάει πουθενά!

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.