Είναι καλοκαίρι.

Επιτέλους. Οι παγανιστικές τελετές και τα βράδια που χορεύαμε γυμνοί στους αγρούς, κρατώντας τρία φύλλα αγριοσυκιάς, έπιασαν τόπο κι ο ουρανός έγινε πιο γαλανός.

Τα σχολεία και οι εξεταστικές τελειώνουν, άρχισαν κι οι πρώτες άδειες, διακοπές μυρίζουν.

Να σας πω όμως κάτι; Όχι, όχι ,δεν θα το πω ακόμα, πρώτα θα βάλουμε όλοι μαζί να παίζει soundtrack η μουσική απ’το Ψυχώ, ξέρετε, εκεί στη σκηνή στο μπάνιο. Το’χουμε; Τέλεια. Πάμε ξανά. Να σας πω όμως κάτι;

Δε μου αρέσουν τα νησιά το καλοκαίρι. Όσοι είστε ακόμα όρθιοι, ρίξτε σφαλιάρες και νερά στους λιπόθυμους κι ελάτε να συνεχίσουμε.

Δεν τα γουστάρω τα νησιά φίλοι μου. Άντε για να σας το κάνω λίγο πιο λάιτ και ευκολοχώνευτο, δεν αντέχω τα κοσμοπολίτικα νησιά. Με τα άλλα κάτι γίνεται, αλλά και πάλι δε ριγώ από συγκίνηση στην ιδέα. Και γιατί να το κάνω άλλωστε;

Θυμηθείτε σκηνικό. Καταφτάνετε στο νησί, στην πλάτη κουβαλάτε το μισό σας νοικοκυριό κι αν είστε άντρες, εξτραδάκι, την προίκα της κοπέλας σας. Παραπατάτε ακόμα λίγο από τις δραμαμίνες, αλλά ενθουσιασμένοι από την τύχη σας, που σας έκανε τη χάρη βρείτε δωμάτιο στο κέντρο του νησιού, περπατάτε και πετάτε. Δεν θέλω να μιλήσω αναλυτικά για το τι πάει στραβά συνήθως με κρατήσεις και ξενοδοχεία. Πιστέψτε με, δεν θέλω. Αλλά θα το κάνω.

Πάμε μια βόλτα, πιασμένοι χέρι χέρι, στο δρόμο των χαμένων αναμνήσεων. Θυμηθείτε εκείνο το ρομαντικό δίκλινο που ονειρευτήκατε, αλλά ήρθατε αντιμέτωποι με παιδικό κρεβάτι και ράντζο. Το ξενοδοχείο που απαγόρευε τη διαμονή στο Μπούμπι σας, για να μην ενοχληθούν οι Τερέζες και η οικογένεια Μάους, που κατοικούσαν στις σωληνώσεις και τις ντουλάπες του. Θέλετε κι άλλα; Όχι, το πιάσατε το νόημα.

Ας περάσουμε στο επόμενο πρόβλημα με τα νησιά σε high season. Οι παραλίες. Τι θέλει ένας άνθρωπος στη θάλασσα; Να κάνει μπάνιο. Τι δεν θέλει; Να ταλαιπωρηθεί. Μαντέψτε τι από τα δύο συμβαίνει στα νησάκια μας.

Όχι, καταλαβαίνω. Μερικοί άνθρωποι έχουν το γονίδιο του εξερευνητή και γουστάρουν να ανακαλύψουν το μέρος που θ’απλώσουν την αρίδα τους. Άλλοι πάλι, είναι αρκετά αδύνατοι ώστε να χωρέσουν να ξαπλώσουν πάνω στους τελευταίους είκοσι κόκκους άμμου που έμειναν ελεύθεροι, ανάμεσα σε πετσέτες, καρέκλες, τραπέζια, τάπερ και κουβαδάκια.

Το πρόβλημα το έχω προφανώς εγώ, που είμαι προϊόν μετάλλαξης και δεν τη βρίσκω με εξερευνήσεις και ανασκαφές για δυο ώρες στην παραλία, χώρια που έχω καβατζώσει δυο-τρία κιλάκια και όσο να ’ναι λίγο χώρο να απλωθώ τον χρειάζομαι.

Πάμε τώρα στο αγαπημένο μου part. Το φαγητό. Πας περιχαρής στην ταβέρνα, αυτή που σου λένε ότι δεν είναι «τουριστική» να πιεις τα ουζάκια σου, να φας το ψαράκι σου, να κάνεις και τις βούτες σου στη χωριάτικη. Καταλαβαίνεις σχετικά σύντομα, ότι τα πάντα στα νησιά είναι τουριστικά και η σπεσιαλιτέ όλων των τοπικών φαγάδικων είναι «γκρηκ σουβλάκι- γκρηκ μουζάκα». Δεν πτοείσαι, παραγγέλνεις. Το γιατί τελικά σου φέρνουν κάτι που θυμίζει γιαουρτλού και ιμάμ μπαϊλντί, είναι ένα ακόμα άλυτο συμπαντικό μυστήριο.

Κάπως έτσι περνάνε οι μέρες στο νησί κι αν ρωτάς εμένα προτιμώ να την περάσω η μάνα μου, εγώ κι εσύ.

Γι’αυτό σας λέω, φίλοι μου. Διακοπές στην πόλη, με Κυριακές στο χωριό.

Αφήστε που, στους άδειους δρόμους, θα δείτε πώς είναι η οδήγηση χωρίς νεύρα. Μπορεί και να σας αρέσει.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.