Λένε ότι όταν η ζωή σου δίνει λεμόνια, εσύ πρέπει να τα κάνεις λεμονάδα- εγώ που είμαι και πιο μάγκας θα τα κάνω limoncello.

Γιατί πάει πια η εποχή που έβγαινες στο δρόμο ανέμελα να παίξεις μπάλα ή πιο παραδοσιακά παιχνίδια όπως τα περίφημα «μήλα».

Τώρα βγαίνεις στους δρόμους, πάλι τρέχοντας, πάλι από βιασύνη. Όμως, δε βιάζεσαι να πας, βιάζεσαι να γυρίσεις.
Γιατί τα σημερινά σου παιχνίδια μπορεί να έχουν τους ίδιους κανόνες, αλλά ο χαμένος δεν περιμένει απλά τον επόμενο γύρο για να ξαναπαίξει. Εδώ έχει μόνο game over.

Και για να εξηγηθώ θα φέρω παραδείγματα. Θυμόμαστε όλοι τα «αγαλματάκια»;
Το παιχνίδι ξεκινά με σένα και όλους τους συμπαίκτες- συγνώμη συναδέλφους εννοώ- να συγκεντρώνεστε στην αυλή- ή καλύτερα στο γραφείο για να είστε και πιο άνετα- και παίρνετε ο καθένας τη θέση του, με το αφεντικό να έχει γυρισμένη πλάτη και να λέει το γνωστό σκοπό (σημείωση: εδώ δεν διαλέγετε εσείς τη θέση που θέλετε ή έστω αυτήν που προλάβατε να πιάσετε, αλλά αυτή που σας δίνουν).
«Aγαλματάκια ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα μέρα και νύχτα». Όταν το σύνθημα δοθεί και γυρίσει το αφεντικό, μένετε όλοι ακίνητοι να σας πλησιάσει αργά, να σας παρατηρήσει αργά, να βρει το λάθος και να σας κάνει να κουνηθείτε. Στην πρώτη κίνηση βρέθηκε και ο πρώτος χαμένος. Game over, καλέ μου.

Μέσα στην οικογένεια τα πράγματα είναι πιο ενδιαφέροντα. Εδώ παίζουμε «τα μήλα»- εναλλακτικά υπάρχει και «το κορόιδο» που θα αναλύσω παρακάτω.
Στη μέση του γηπέδου, του σπιτιού δηλαδή, μπαίνουν τα μέλη που είναι πιο αδύναμα, μικρά, μεγάλα, τσαμπουκαλεμένα, ανυπεράσπιστα, με κάποιο πρόβλημα, χωρίς καθόλου προβλήματα και γενικά όποια κρίνει η οικογένεια απαραίτητο να περάσουν τη δοκιμασία. Μπροστά και πίσω τους στέκονται χωρισμένα ισομερώς τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας.

Πετούν τη μπάλα από τη μία πλευρά στην άλλη με σκοπό να «κάψουν» τα άτομα που υπάρχουν στο κέντρο. Όσοι απ’ τους «έξω» θέλουν να βγάλουν το άχτι τους χτυπούν με περισσή μανία, ενώ οι πιο κατανοητικοί σχεδόν δίνουν τη μπάλα στα χέρια των «μέσα» για πάρουν το «μήλο», δηλαδή την ευκαιρία να μείνουν παραπάνω στο παιχνίδι και γιατί όχι να το κερδίσουν κιόλας.

Εδώ θα κάνω μια μικρή παρένθεση για την επεξήγηση του «κορόιδου» που αφορά σε τριμελείς, τετραμελείς ή το πολύ πενταμελείς οικογένειες. Η διαφορά είναι ότι εδώ, στη μέση μπαίνει μόνο ένα άτομο- δεν επιλέγεται ομόφωνα αλλά με την αρχή της πλειοψηφίας- και προσπαθεί να πιάσει τη μπάλα που πετάνε οι «έξω» αδιαφορώντας για την ύπαρξή του.

Ήρθε η ώρα να μιλήσω για κάτι ακόμα πιο περίπλοκο και ακόμα πιο ενδιαφέρον. Τη φιλία. Εδώ ανακατεύονται δύο παιχνίδια. Το σκοινάκι και το τραμπολίνο. Και τα δύο λειτουργούν κανονικά όταν απασχολούν ένα μόνο άτομο. Όταν, όμως, μπλεχτούν κι άλλοι, εκεί εμφανίζεται το πρόβλημα. Στο μεν σκοινάκι, αν οι εμπλεκόμενοι είναι τρεις, υπάρχει ο κίνδυνος να μη συγχρονίζονται σωστά οι δυο που το γυρίζουν, με αποτέλεσμα ο τρίτος να πέφτει συνέχεια, ενώ αν είναι παραπάνω μπορεί να μη συγχρονίζονται ούτε αυτοί που πηδάνε. Στο δε τραμπολίνο όταν κινούνται ταυτόχρονα το τραμπολίνο κινδυνεύει να σπάσει και να βρεθούν κι οι δύο με το κεφάλι κάτω και τα πόδια πάνω.
Ηθικό δίδαγμα; Στο παιχνίδι «φιλία» δεν μπορούν να βρίσκονται όλοι «πάνω» ή «κάτω» την ίδια στιγμή. Κι αυτό γιατί; Γιατί μάθαμε να απογοητευόμαστε από τις επιτυχίες των άλλων και να ικανοποιούμαστε από τις αποτυχίες τους. Ακόμα κι αν είναι οι πιο κοντινοί μας άνθρωποι.

Για να ολοκληρώσω τη «ζωή σαν παιχνίδι» δεν θα μπορούσα να παραλείψω ένα από τα μεγαλύτερα- αν όχι το μεγαλύτερο- κεφάλαια. Τον έρωτα- εδώ μπαίνουν ντραμς, κιθάρα, πιάνο, σαξόφωνο και όλη η συμφωνική ορχήστρα της Βιέννης.
Με δύο παιχνίδια μπορείς να τον ορίσεις. Κι αυτή τη φορά τα πιο γνωστά και τα πιο αγαπημένα. Κυνηγητό και κρυφτό.
Ξέχασα να τονίσω ότι είναι και τα πιο εύκολα γιατί έχουν ένα μόνο κανόνα: ο θάνατός σου, η ζωή μου. Εδώ δε χρειάζονται εξηγήσεις. Όλοι ξέρουμε να παίζουμε. Και όλοι δίναμε πάντα τις ίδιες συμβουλές: Τρέχα όσο πιο μακριά μπορείς και κρύψου εκεί που δε σκέφτηκε κανείς να πάει. Αυτά τα παιχνίδια τα παίζαμε πάντα καλύτερα απ' όλα. Και δεν τα ξεχάσαμε στιγμή. Υπάρχουν μόνο αυτοί οι τολμηροί ή άτυχοι, ή αδέξιοι που κόβουν λίγο ταχύτητα ή κρύβονται στα προφανή σημεία. Αποτέλεσμα; Να βρεθούν με τα μούτρα στο πάτωμα και έξω απ' το παιχνίδι.

Μερικές φορές, όμως, αυτοί οι χαμένοι, όπως τους φωνάζουμε σε όλο το παιχνίδι, είναι οι νικητές. Γιατί είναι αυτοί που όχι μόνο σταμάτησαν το τρέξιμο για να ξεκουραστούν, όχι μόνο ξεπρόβαλαν δειλά απ' την κρυψώνα τους, αλλά πάτησαν στο τραμπολίνο με όλη τους τη δύναμη και κράτησαν στα χέρια τους το χέρι του «συνεπιβάτη» τους, έπιασαν το «μήλο» και κέρδισαν χρόνο και σαν «αγαλματάκια» μπορεί να μην κουνήθηκαν ανθρώπινα αλλά βλεφάρισαν κι έγιναν πιο «ζωντανά».

Κι όλα αυτά γιατί; Γιατί μας μάθανε να είμαστε μεγάλοι, μα κάποιοι μέσα τους μείνανε παιδιά.

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.