Αν θεωρείς φίλτατε αναγνώστη ότι πρόκειται να διαβάσεις για τον έκκλητο βίο μίας εκδιδόμενης και τις προκλήσεις, κακουχίες ή κόλπα του επαγγέλματός της, λυπάμαι αλλά θα σε προσγειώσω ανώμαλα. Ο δρόμος δε φιλοξενεί μονάχα οχτάωρα εκπόρνευσης. Οι επαγγελματίες του δρόμου είναι οι μόνοι εργαζόμενοι που συναντάς καθημερινά. Τις περισσότερες φορές σε «εξυπηρετούν». Σε αυτό ακριβώς το ρήμα έγκειται ο λόγος που αξίζουν ένα εγκώμιο όσοι έχουν κάνει φίλους τους τα φανάρια και γραφείο τους την άσφαλτο.

Κύριοι (και λιγοστές κυρίες) μου, πακετάδες, ταξιτζήδες, ταχυδρόμοι, διανομείς, οδηγοί λεωφορείων, door to door πωλητές έχετε την τιμητική σας σήμερα.

Επανέρχομαι στον λόγο που γέννησε αυτό το άρθρο. Αναφέρομαι στο ρήμα «εξυπηρετούμαι». Εσύ ο (νέο) Έλληνας, έχεις καταντήσει αλαζόνας και υπερόπτης. Έκδηλη αυτή σου η υπεροψία, διαχέεται στους δρόμους και δη στους εργαζόμενους του δρόμου. Θεωρείς ότι οι παραπάνω επαγγελματίες σε «υπηρετούν». Ακόμα κι ο όρος επαγγελματίας σου ξενίζει. Σαφώς, αυτή σου η αφ’ υψηλού αντιμετώπιση είναι μία διαδικασία που τρέφεται και εκδηλώνεται ασυνείδητα. Δεν ξεδιπλώνεται βερμπαλιστικά, αλλά πρακτικά μέσα από τη συμπεριφορά σου.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το υπ’ αριθμόν ένα επάγγελμα του δρόμου, που δεν είναι άλλο από αυτό του ταξιτζή. Έχεις αρχικά εφεύρει την εναλλακτική προσφώνηση του «ταρίφα». Χρησιμότατη λέξη τη σήμερον ημέρα. Έχεις τα νεύρα σου που πάνε όλα στραβά από το πρωί. Ξύπνησες αργά κι έβρεχε. Σαν να μην έφτανε αυτό χάλασε και το αυτοκίνητο σου κι αναγκάστηκες να πάρεις ταξί. Αργεί, λοιπόν, το ταξί λόγω κίνησης και καταλήγεις να φτάνεις στη δουλειά, έχοντας τα νεύρα σου με τον «ταρίφα» που σε καθυστέρησε, μιλούσε αδιάκοπα και άκουγε τη μουσική που απεχθάνεσαι.

Το ιδανικό σενάριο θα ήταν το ταξί να σε περίμενε στην εξώπορτα του σπιτιού σου. Ο ταξιτζής να σου έλεγε μία γλυκιά καλημέρα κι, ως γόνος γαλαζοαίματης οικογένειας, να σου απηύθυνε τον λόγο βάσει πρωτοκόλλου. Εννοείται ότι θα έπρεπε να φροντίσει να είσαι στην ώρα σου στη δουλειά και, ιδανικά, θα έντυνε τη διαδρομή σας το μουσικό χαλί της προτίμησης σου. Ουσιαστικά, δηλαδή, έχεις κάνει τον εξής συνειρμό: ταξιτζής= σοφέρ. Σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση, αυτός πέφτει στην κατηγορία του ταρίφα και, σαφώς, τυγχάνει της αγενέστατης συμπεριφοράς σου, κύριε επιβάτη. Αναρωτήθηκες άραγε ποτέ μήπως ο ταξιτζής υιοθέτησε το ρόλο του ταρίφα, επειδή η υπεροψία σου δεν του αφήνει περιθώρια να είναι όσο ευγενικός, χαμογελαστός και εξυπηρετικός θα ήθελες;

Επάγγελμα οδηγός λεωφορείου. Εδώ βλέπεις το απαύγασμα της μεγαλαυχίας από μέρους του επιβάτη. Για τους περισσότερους που μετακινούνται με τα μέσα μαζικής μεταφοράς επικρατεί η ψευδαίσθηση ότι το λεωφορείο έχει αυτόματο πιλότο. Θα ακούσεις κάποιον να αναφέρεται στον οδηγό, μονάχα όταν πρόκειται να τον βρίσει. Ελλάς το μεγαλείο σου! Έχεις διανοηθεί ποτέ το μέγεθος των αποθεμάτων υπομονής που έχει αυτός ο οδηγός; Ακούει υπομονετικά λογής λογής ιστορίες. Μπαίνεις στο λεωφορείο και θαρρείς πως είσαι σε καφενείο. Μιλάς δυνατά, αναλύεις τα προβλήματά σου τηλέφωνο, βρίζεις τον συνεπιβάτη που κατά λάθος σε πάτησε και, φυσικά, πάντα ασκείς βροντόφωνα- για να ακούσει ο οδηγός- την κριτική σου για την άθλια κατάσταση των δημόσιων μέσων συγκοινωνίας. Τι θα’ λεγες την επόμενη φορά που θα μπεις στο αστικό να εκπολιτιστείς και, αντί να μεταμορφώνεσαι σε ζώο σε αγέλη, να σεβαστείς λίγο τον βοσκό (οδηγό) και να του πεις και μια καλημέρα βρε αδερφέ;

Στην επόμενη κατηγορία θα συμπεριλάβω τα επαγγέλματα του δρόμου, που θα τους έλεγες και αφανείς επισκέπτες. Θα σου χτυπήσουν την πόρτα, είτε επειδή τους κάλεσες (ο πακετάς ή ο διανομέας κούριερ), ή ακόμα και απρόσκλητοι (door to door πωλητές και ταχυδρόμοι). Ανάμεσα στα χιλιόμετρα που διανύουν όλοι αυτοί καθημερινά, εξυπηρετούν την ανάγκη σου να αποκτήσεις ένα αγαθό στην πόρτα σου. Κάθεσαι εσύ αραχτός στον καναπέ σου, παρατηρώντας τον καιρό από ρομαντικής μονάχα σκοπιάς, και σου χτυπάει την πόρτα ο άνθρωπος με το αντιανεμικό μπουφάν και το κράνος στο χέρι, για να σου παραδώσει ό,τι ζήτησες ή περίμενες. Η σκηνή που ακολουθεί είναι οικεία για εσένα, αλλά τραγική. Σηκώνεσαι βαριεστημένος από τον καναπέ κι ανοίγεις την πόρτα, με το αμάνικο φανελάκι, καθώς έχεις σκάσει με το καλοριφέρ στους 30. Με το ύφος του κατηφή ανθρωπάκου, αρπάζεις στα χέρια σου το δέμα και βροντάς την πόρτα γρήγορα και με δύναμη πίσω σου, για να επιστρέψεις στον καναπέ και να ανοίξεις το δέμα σου.

Που πας μωρέ καράβλαχε; Τις σταγόνες που στάζουν από το αδιάβροχο του ανθρώπου που σου έφερε το δέμα, δεν τις βλέπεις; Τα σκασμένα από το κρύο χέρια που σου παρέδωσαν το δέμα, δεν τα βλέπεις; Το πρόσωπο πίσω από το δέμα, ούτε αυτό το βλέπεις; Κι αν τύχει να τα δεις, γιατί δεν φοράς το καλό σου χαμόγελο, ως το ελάχιστο δείγμα εκτίμησης, απέναντι σε έναν άγνωστο που εξυπηρετεί το βόλεμα στον καναπέ σου; Μαζί με το χαμόγελο, τι θα’ λεγες να έδινες και κανένα 50λεπτο για μπουρμπουάρ, έτσι, ως δείγμα ανθρώπινης αλληλεγγύης;  

Να μου επιτρέψεις σε αυτό το σημείο να σου τραβήξω το αυτί και να σου φωνάξω: «Ξύπνα ανθρωπάκι και κατέβα από το βάθρο που θαρρείς αρμόζει στα κυβικά σου. Ποιος θαρρείς πως είσαι δα; Γίνε άνθρωπος. Από ανθρωπάκια γέμισε ο τόπος».

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.