Οι σχέσεις, λένε, είναι πάντα επιλογή μας. Επιλέγουμε τους φίλους με τους οποίους θα κάνουμε παρέα. Επιλέγουμε τον σύντροφο της ζωής μας, τον συγκάτοικό μας, μέχρι και τον συμφοιτητή με τον οποίο θα κάνουμε μαζί την εργασία για το Πανεπιστήμιο.

Ουσιαστικά μόνο τους συγγενείς δεν μπορούμε να επιλέξουμε, γιατί μαζί τους μας δένουν και κάποιοι δεσμοί αίματος. Μπορούμε όμως να τους αποφύγουμε αδιαφορώντας για τα οικογενειακά τραπέζια, αποκλείοντας τηλεφωνικές κλίσεις και σφυρίζοντας κλέφτικα σε πιθανές τυχαίες συναντήσεις.

Η σχέση όμως με το γείτονα είναι μία και μοναδική. Αναγκαστική, αναπόφευκτη και αρκετά μοιραία. Φυσικά και δεν είναι δυνατό να επιλέξεις τον άνθρωπο που μένει δίπλα σου ή στον από πάνω όροφο ή στον από κάτω, καμία σημασία δεν έχει. Είναι ένα καθαρό θέμα τύχης. Ακόμη και αν γνωρίζεις ότι η πολυκατοικία είναι μόνο για φοιτητές ή μόνο για οικογένειες, δεν μπορείς να είσαι ποτέ σίγουρος για το ποιόν του ανθρώπου με τον οποίο σας χωρίζει μόνο ένας τοίχος.

Μετέφερες όλα σου τα έπιπλα. Δημιούργησες το σπίτι των ονείρων σου. Ένα μικρό παλατάκι για εσένα και όποιον άλλον θέλεις εσύ να βάλεις μέσα σε αυτό και εκεί που δεν το περιμένεις, κάπως άγαρμπα και με το έτσι θέλω ο αγαπημένος σου γείτονας θρονιάζεται στον καναπέ σου στις 3 το χάραμα, χωρίς να του έχεις καν ανοίξει την πόρτα.

Ξαπλωμένος στο αναπαυτικό σου κρεβάτι γίνεσαι ξαφνικά μέτοχος σε καυγάδες. Ακούς τα πιάτα και τα ποτήρια να σπάνε και βιβλία να εκσφενδονίζονται στους τοίχους. Μαθαίνεις τα πάντα για τη σχέση και τα προβλήματα των διπλανών και ύστερα το επόμενο πρωί, πρέπει να ανοίξεις την πόρτα και να τους καλημερίσεις κάνοντας πως δεν συμβαίνει τίποτα.

Πρέπει να αντέξεις το κλάμα από το μωρό της από κάτω. Να κλείσεις τα μάτια και να φανταστείς πως ακούς μια γλυκιά μελωδία, τη στιγμή που βρίσκεσαι στο έκτο κεφάλαιο για το δεύτερο μάθημα της εξεταστικής. Ο χρόνος κυλάει και εσύ αντί να μετράς σελίδες και να υπογραμμίζεις, σκέφτεσαι νανουρίσματα και προσεύχεσαι να τελειώσει το μαρτύριο.

Και είναι και εκείνες οι νύχτες του καλοκαιριού που γυρνάς κουρασμένος από τη δουλειά και το σπίτι βράζει. Ανοίγεις την μπαλκονόπορτα με θάρρος, τα κουνούπια δε σε τρομάζουν, έχεις φιδάκι. Άλλα δεν μπορείς να πεις το ίδιο και για τους διπλανούς σου. Η νύχτα είναι υπέροχη και έχουν μαζευτεί καμιά δεκαριά άτομα στο μπαλκόνι με τη μουσική στη διαπασών, παίζοντας Μονόπολη.

Η σχιζοφρένεια σου χτυπάει την πόρτα. Αναρωτιέσαι πόσα χρόνια θα φας για δολοφονία εκ προ μελέτης. Αποφασίζεις να κλείσεις την πόρτα και αρχίζεις να λιώνεις από τη ζέστη. Ακόμη και έτσι όμως, μπορείς να ακούσεις τα γέλια τους και τους καυγάδες για τα οικόπεδα και τα ξενοδοχεία, με ένα μουσικό χαλί από Πάολα, Βανδή και Παντελίδη. Και εδώ είναι που έρχεται το δίλημμα. Να βγεις στο μπαλκόνι με το μαλλί κοτσίδα και τι διχάλα και να ζητήσεις να κάνουν ησυχία ή να κάνεις υπομονή μέχρι να νυστάξουν και να μπουν μέσα;

Το πιο δύσκολο για εμάς τους ανθρώπους είναι να μιλάμε, να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Και ακόμη πιο δύσκολο από το να μιλήσουμε για κάτι, είναι να ζητήσουμε κάτι. Με το φόβο ότι θα φανούμε, ξινοί, ξενέρωτοι και κακότροποι μαγκούφηδες, όλοι έχουμε επιλέξει να σιωπήσουμε μπροστά σε τέτοιες συμπεριφορές.

Όποιος δεν μιλάει όμως χάνει λένε. Χάνει τον ύπνο του, την συγκέντρωσή του και τελικά την αξιοπρέπειά του. Κανείς δεν θα σου συμπεριφερθεί ποτέ με τον τρόπο που θα του συμπεριφερόσουν εσύ. Δεν θα σε υπολογίσει, ούτε θα σε σκεφτεί. Για αυτό ή πιάσε μια βότκα και πήγαινε και εσύ δίπλα να μπεις στο παιχνίδι ή άνοιξε την πόρτα και ζήτα ευγενικά να κάνουν ησυχία. Σεβάσου τον εαυτό σου για να μπορέσουν να σε σεβαστούν και οι άλλοι μετά. 

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.