Ανοίγει τον μεγάλο φάκελο, βγάζει τον μικρό φάκελο. Κλείνει τον μεγάλο φάκελο. Ανοίγει τον μικρό φάκελο. Βγάζει έξω ένα χαρτί. Κλείνει το μικρό φάκελο. Πάει να διαβάσει το χαρτί, αλλά δε βλέπει. Ανοίγει την τσάντα, βγάζει τα γυαλιά. Εξακολουθεί να μη βλέπει. Ήταν τα λάθος γυαλιά. Βάζει τα λάθος γυαλιά στη θήκη. Βγάζει τα σωστά γυαλιά. Κοιτάζει τα χαρτιά του και καταλαβαίνει ότι έχει φέρει λάθος φάκελο.

Ο κόσμος από πίσω φυσάει και ξεφυσάει. Η κυρά Μαρίκα ψιθυρίζει στη φίλη της την Κική κάτι μισόλογα για τον εν λόγω κύριο που μπήκε στο ιατρείο και προσπέρασε όλους όσοι περίμεναν σαν να μην ήταν εκεί και πήγε κατευθείαν στη γραμματέα να ζητήσει άμεση εξυπηρέτηση.

-Θα ήθελα ένα ραντεβού για σήμερα το πρωί στις 11.

-Μα, κύριε, η ώρα είναι 9μιση.

-Και που είναι το πρόβλημα δεσποινάριο;

-Δεν υπάρχει ραντεβού διαθέσιμο για σήμερα το πρωί στις 11.

-Μα εγώ είμαι ασθενής του γιατρού.

-Πότε ήταν η τελευταία φορά που σας είδε ο γιατρός;

-Πριν 4 χρόνια. (…)

Η μασέλα της κυρίας από πίσω χορεύει κλακέτες. Ο κύριος που κάθεται στην χαμηλή καρέκλα κάνει μια περίεργη κίνηση με τα χείλη και ακούγεται το σαλάκι. Χτυπάει το κινητό. Έπειτα το σταθερό. Και η κυρία Ευαγγελία, που ήρθε με την παντόφλα γιατί καθόταν μόνη της στο σπίτι και βαριόταν, αρχίζει να ανακρίνει τους πάντες για τα πάντα.

Σύντομα αρχίζει να ρωτάει τη γραμματέα για τα οικογενειακά και τα γκομενικά της, αφού έχει μάθει πρώτα όλες τις λεπτομέρειες για τις ζωές των άλλων. Η γραμματέας κάνει πάλη να την βάλει στο mute για να μπορέσει να κλείσει ραντεβού με τους ανθρώπους που μιλάει στο τηλέφωνο ενώ ταυτόχρονα συνταγογραφεί.

Κάπου εκεί είναι που έρχεται και το «επείγον». Στρογγυλοκάθεται με τον καφέ στο χέρι. Η γραμματέας καταλαβαίνει. Η γραμματέας ξέρει. Ο κύριος δεν έχει ραντεβού. Οπότε ρωτάει ευγενικά: «Τι θα θέλατε κύριε;»

Ο κύριος αποκρίνεται πως ήρθε για ένα τσεκ απ, αλλά όταν η γραμματέας απαντά πως ο γιατρός δέχεται με ραντεβού το τσεκ απ του κυρίου μεταμορφώνεται σε επείγον. Ατάραχος κάθεται και περιγράφει έναν πόνο ανύπαρκτο μόνο και μόνο για να καταφέρει να περάσει τώρα που του ήρθε να επισκεφθεί τον γιατρό.

Λίγο πιο πίσω η κυρα-Μαρίκα με τη φίλη της την Κική ανταλλάσσουν τώρα μυστικά για το πώς γίνονται πιο αφράτα τα μπιφτέκια. Ο κυρ-Τάκης με τον κυρ-Γιώργο τσακώνονται για τα πολιτικά και ένα πιτσιρίκι τρέχει σα λυσσασμένο πειράζοντας ό,τι φτάνει να πιάσει. Το ιατρείο έχει μετατραπεί σε ινδιάνικο χωριό.

Όμως στο τέλος της ημέρας, το ψυγείο του ιατρείου έχει γεμίσει καλούδια. Σύκα από την κυρία Δήμητρα, πίτα από την κυρία Ντίνα, πορτοκάλια από τον κύριο Γιώργο, ένας βασιλικός πλατύφυλλος από τον κύριο Νίκο, κρασί από τον κύριο Vladimir, σοκολάτα από τον κύριο Κώστα, πολλά θερμά χαμόγελα και πολλές εγκάρδιες ευχές και σφιχτές χειραψίες.

Όσες μασέλες και αν δεις να χορεύουν, όσο απαιτητικοί και αν γίνονται κάποιοι ξεχνώντας ότι υπάρχουν άλλοι με μεγαλύτερη ανάγκη που προηγούνται, όσους κουτσομπόληδες και αν ακούσεις να μιλάνε για τα πάντα και τους πάντες κριτικάροντας, πάντα θα υπάρχει έστω ένας άνθρωπος που θα σου μιλήσει με ευγένεια και κατανόηση. Που θα νοιαστεί να μάθει αυτό που έχεις να πεις και που θα σωπάσει αν δει πως δε θέλεις να μιλήσεις. Που θα περιμένει με υπομονή μέχρι να έρθει η σειρά του και θα την παραχωρήσει σε κάποιον εάν υπάρχει ανάγκη.

Μια ώρα σε μια αίθουσα αναμονής ενός ιατρείου είναι αρκετή για να καταλάβει κάποιος ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι ίδιοι- αν δεν το έχει καταλάβει ήδη- καθώς και πως ό,τι δίνεις παίρνεις. Γι’ αυτό να μην ξεχνάτε, όπως ο σερβιτόρος μπορεί να φτύσει στον καφέ σας επειδή είστε δύστροπος πελάτης, έτσι και η γραμματέας μπορεί να μη σας εξυπηρετεί με την ίδια χαρά, όπως έναν άνθρωπο με κατανόηση. Κι ας έχει εκείνος ψεύτικη μασέλα που χορεύει κλακέτες ενώ εσείς έχετε όλα σας τα δόντια.

   

comments Αν έχεις κάτι να πεις... μίλησε τώρα ή σώπασε για πάντα.